ΣΤΕ/2627/2016
Τύπος: ΔΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ
ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΡΓΑ:Επειδή, ο ανωτέρω λόγος, κατά το μέρος που αφορά το ζήτημα του ανεπικαίρου της εγκριθείσας με την προσβαλλόμενη απόφαση μ.π.ε είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι πράγματι η έγκριση περιβαλλοντικών όρων πρέπει να ερείδεται σε επίκαιρη μ.π.ε., δηλαδή πρόσφατη μελέτη η οποία λαμβάνει υπ’ όψη την υπάρχουσα πραγματική κατάσταση (πρβλ. ΣτΕ 2675/2003 σκ. 12), το επίκαιρο όμως της μ.π.ε. κρίνεται σε σχέση με χρόνο που μεσολαβεί μέχρι την έκδοση της απόφασης περί έγκρισης περιβαλλοντικών όρων. Άλλωστε, ενόψει των αρχών της ασφάλειας δικαίου και δεδομένου ότι βάσει της περιβαλλοντικής αδειοδότησης δημιουργούνται νομικές και πραγματικές καταστάσεις που χρήζουν προστασίας, δεν δικαιολογείται ακύρωση της έγκρισης των περιβαλλοντικών όρων λόγω μεταβολής των απόψεων της Διοικήσεως, επί ζητημάτων, επί των οποίων διατυπώθηκε η γνώμη των αρμοδίων υπηρεσιών κατά την αρχική έγκριση περιβαλλοντικών όρων, στηριζομένη σε διαφορετική αξιολόγηση των στοιχείων που είχαν ήδη ληφθεί υπόψη κατά την έγκριση, εκτός αν συνέτρεξε πλάνη περί τα πράγματα ή μεταβλήθηκαν πραγματικά δεδομένα, οπότε και στην περίπτωση αυτή τίθεται ζήτημα άρνησης της ανανέωσης των περιβαλλοντικών όρων σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας, κατόπιν ειδικής αιτιολογημένης γνώμης της αρμόδιας υπηρεσίας (πρβλ. ΣτΕ 4357/2011 σκ. 8). Τα περαιτέρω προβαλλόμενα από τους αιτούντες περί πλάνης περί τα πράγματα σε σχέση με τη δυσχέρανση των κυκλοφοριακών συνθηκών, ανεξαρτήτως της αοριστίας τους, έχουν εξετασθεί και ανωτέρω. Εξάλλου ο λόγος ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται, καθ’ ερμηνεία των ανωτέρω, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι μη νόμιμη διότι τελικώς δεν πραγματοποιήθηκε η υπογειοποίηση των γραμμών του ΗΣΑΠ, η οποία ήταν κατά τους ισχυρισμούς των αιτούντων αρρήκτως συνδεδεμένη με τη χάραξη της ζώνης διέλευσης του τραμ, είναι απορριπτέος ως απαραδέκτως προβαλλόμενος, δοθέντος ότι με αυτόν δεν προβάλλεται πλημμέλεια της προσβαλλομένης πράξεως, αλλά άλλης διαδικασίας, που δεν εντάσσεται στη διαδικασία της εγκρίσεως περιβαλλοντικών όρων ούτε αποτελεί προϋπόθεση ή έρεισμα της προσβαλλομένης (πρβλ. ΣτΕ 258/2004 σκ. 39), ενώ άλλωστε ούτε από την προσβαλλόμενη απόφαση τέθηκε ως προϋπόθεση για την πραγματοποίηση του επίμαχου έργου η προηγούμενη υπογειοποίηση των γραμμών του ΗΣΑΠ. Ούτε άλλωστε μπορούσε να θεωρηθεί ως παραδεκτώς συμπροσβαλλόμενη, ως μη συναφής, η μεταγενεστέρως εκδοθείσα 203342/23.11.2012 απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής περί έγκρισης περιβαλλοντικών όρων για την υπογειοποίηση της γραμμής του ΗΣΑΠ από το σταθμό ........ έως το σταθμό Φαλήρου και την υλοποίηση νέου σταθμού στη θέση ........», ως αφορώσα άλλο έργο, ανεξάρτητο από το επίμαχο έργο της κατασκευής του τραμ.
Ιστορικό Αναθεωρήσεων (Πιλοτική Εφαρμογή)
Σχετικά Έγγραφα
104248/2006
Περιεχόμενο, δικαιολογητικά και λοιπά στοιχεία των Προμελετών Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (Π.Π.Ε.), των Μελετών Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (Μ.Π.Ε.), καθώς και συναφών μελετών περιβάλλοντος, έργων Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργεια(Α.Π.Ε.)
ΕλΣυν/Τμ.6/2835/2010
Από τις ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι για την πραγματοποίηση νέων έργων που έχουν επιπτώσεις στο περιβάλλον και έχουν καταταγεί σε μία από τις κατηγορίες που προβλέπονται στο Νόμο, απαιτείται προηγούμενη, δηλαδή προ της ενάρξεως πραγματοποιήσεως του έργου, έγκριση περιβαλλοντικών όρων. Ως έναρξη πραγματοποιήσεως του έργου θεωρείται όχι μόνον η υλική ενέργεια αυτού, αλλά και η έκδοση οποιασδήποτε διοικητικής πράξεως, η οποία αποτελεί προϋπόθεση της ενάρξεως κατασκευής του, ως η προκήρυξη (πρβλ. ΣτΕ 149/2000) ή η οικεία κατακυρωτική απόφαση. Κατά συνέπεια η παράλειψη εγκρίσεως περιβαλλοντικών όρων προ της εγκρίσεως του αποτελέσματος της δημοπρασίας συνιστά ουσιώδη νομική πλημμέλεια, καθισταμένης ούτως μη νόμιμης της αποφάσεως αναθέσεως εκτελέσεως του έργου (Πράξη VI Τμήματος 33/2007, Απόφαση VI Τμήματος 2515/2009 και Ολ. ΣτΕ 526/2003, ΣτΕ 2472/2009, ΣτΕ 149/2000). Τούτο δε καθόσον τα αρμόδια διοικητικά όργανα εκτιμώντας τις συνέπειες που μπορεί να έχει ένα νέο έργο στο περιβάλλον δεν πρέπει να επηρεάζονται από τα τεχνικά δεδομένα του υπό εκτέλεση έργου, αλλ’ αντιθέτως οι όροι του διαγωνισμού οφείλουν να προσαρμόζονται σε προϋφιστάμενους (και ήδη εγκριθέντες) περιβαλλοντικούς όρους. Περαιτέρω η απόφαση εγκρίσεως περιβαλλοντικών όρων δύναται να έχει ορισμένη χρονική διάρκεια, μετά το πέρας της οποίας δύναται να αναθεωρηθεί χωρίς ουσιώδεις τροποποιήσεις, εκτεινομένης ούτω της διάρκειας των αρχικών όρων σε μεταγενέστερο χρονικό διάστημα του αρχικώς προσδιορισθέντος. Απλή αναθεώρηση της εγκρίσεως των περιβαλλοντικών όρων είναι επιτρεπτή πριν από τη λήξη ισχύος αυτών ή εντός ευλόγου χρόνου από τη λήξη τους. Αν παρέλθει ικανό χρονικό διάστημα (πέραν του ευλόγου) από τη λήξη ισχύος της αρχικής αδειοδοτήσεως απαιτείται να τηρηθεί εξαρχής η διαδικασία εγκρίσεως περιβαλλοντικών όρων (Απόφαση VI Τμήματος 2013/2010, ΣτΕ 297/2009, 3428/2004). Εκ τούτων παρέπεται ότι εάν κατά την έναρξη της διαγωνιστικής διαδικασίας υπάρχουν εγκεκριμένοι περιβαλλοντικοί όροι, η ισχύς των οποίων παύει κατά το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα και πριν από την έκδοση της κατακυρωτικής αποφάσεως, η απλή αναθεώρηση αυτών, μετά την κατακύρωση του αποτελέσματος, αίρει (θεραπεύει) την πλημμέλεια της μη υπάρξεως αυτών κατά το χρόνο της κατακυρώσεως υπό την προϋπόθεση ότι η απόφαση αναθεωρήσεως εξεδόθη εντός ευλόγου χρόνου από της λήξεως των αρχικώς εγκριθέντων περιβαλλοντικών όρων και δεν επέρχονται ουσιώδεις μεταβολές στους αρχικών εγκριθέντες όρους σε σχέση με τις επιπτώσεις του έργου στο περιβάλλον. Τούτο δε καθόσον η ανάγκη της προϋπάρξεως (πριν την έναρξη της διαδικασίας του διαγωνισμού) περιβαλλοντικών όρων, προκειμένου τα αρμόδια διοικητικά όργανα να εκτιμούν τις επιπτώσεις κάθε έργου στο περιβάλλον, χωρίς να έχει δημιουργηθεί οποιαδήποτε νομική ή πραγματική κατάσταση (Ολ. ΣτΕ 526/2003, ΣτΕ 2472/2009), δεν θίγεται διότι οι περιβαλλοντικοί όροι έχουν εγκριθεί πριν από τη δημοπράτηση του έργου και η εντός ευλόγου χρόνου ανανέωση αυτών, ισοδυναμεί με απλή παράταση της ισχύος τους, η οποία, ως εκ της φύσεώς της, αναδράμει στο χρόνο λήξεως των αρχικών όρων και καλύπτει το χρονικό διάστημα από την εκπνοή τους έως το χρονικό σημείο που προβλέπεται στην ανανέωση. Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή θα είχε ως αποτέλεσμα την υποχρέωση της Διοίκησης να ανακαλέσει την κατακυρωτική απόφαση και να εκδώσει (εφόσον δεν υφίστανται πλημμέλειες στη διαδικασία του διαγωνισμού) νέα, ομοίου περιεχομένου, η οποία απλώς θα έπεται του χρόνου αναθεωρήσεως της εγκρίσεως περιβαλλοντικών όρων, με μόνη κατ’ ουσίαν συνέπεια την καθυστέρηση της διαδικασίας ολοκληρώσεως του διαγωνισμού (πρβλ. ΣτΕ 149/2000). Τέλος, το εύλογο του μεσολαβούντος, μεταξύ της παύσης ισχύος των αρχικώς εγκριθέντων περιβαλλοντικών όρων και της αναθεωρήσεως αυτών, χρονικού διαστήματος, κρίνεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση με βάση τα πραγματικά δεδομένα κάθε διαγωνισμού.
ΕΑΔΗΣΥ/11/2023
Εξάλλου, σε περίπτωση κατά την οποία διαγωνιζόμενος προβάλλει ειδικούς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς περί υποβολής ασυνήθιστα χαμηλής προσφοράς εκ μέρους άλλου διαγωνιζόμενου, γεννάται αντίστοιχη υποχρέωση του αναθέτοντα φορέα να απαντήσει στους προβληθέντες ουσιώδεις ισχυρισμούς. Η απάντηση αυτή πρέπει να είναι νόμιμα αιτιολογημένη, η δε νομιμότητα και επάρκεια της σχετικής αιτιολογίας αποτελεί αντικείμενο ελέγχου από την ΕΑΔΗΣΥ (βλ. ΣτΕ, 726/2022, ΣτΕ 199/2021, 154/2021, ΕΑ ΣτΕ 12/2020). Ωστόσο, οι διαγωνιζόμενοι δεν εμποδίζονται να προβάλουν το πρώτον ισχυρισμούς περί ασυνήθιστα χαμηλών προσφορών άλλων προσφερόντων με την άσκηση προδικαστικής προσφυγής τους ενώπιον της ΕΑΔΗΣΥ (πρβλ. ΣτΕ 726/2022, σκ. 32, ΑΕΠΠ 1554/2021, σκ. 11). Δεν θεωρούνται ουσιώδεις και συγκεκριμένοι οι ισχυρισμοί που ερείδονται αποκλειστικά στην κοστολόγηση των οικονομικών προσφορών των συμμετεχόντων στον διαγωνισμό, η οποία ανάγεται στους οικονομοτεχνικούς παράγοντες και στα οικονομικά δεδομένα που ισχύουν για καθέναν από τους διαγωνιζόμενους (πρβλ. ΕΑ 12/2020)· μόνη δε η υποβολή χαμηλότερης προσφοράς σε επιμέρους κονδύλια, σε σχέση με τις λοιπές υποβληθείσες προσφορές, δεν αρκεί προκειμένου να εξετασθεί η οικονομική προσφορά του μειοδότη ως ασυνήθιστα χαμηλή (πρβλ. ΕΑ ΣτΕ 165/2020, 20/2020, 290/2017).
ΕΣ/ΤΜΗΜΑ ΕΒΔΟΜΟ/124/2025
Δράσεις ηλεκτροκίνησης .(...) Ως προς τον τρίτο διακωλυτικό λόγο το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη το προπαρατεθέν νομοθετικό καθεστώς (σκ. 9,10), σε συνδυασμό με το κρίσιμο 2.1.3. άρθρο της διακήρυξης (σκ. 11)- το κύρος του οποίου δεν αμφισβητήθηκε κατά τη διαγωνιστική διαδικασία- και τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπό κρίση υπόθεσης και ιδίως τη φύση και το περιεχόμενο των παρασχεθεισών διευκρινίσεων (πρβλ. ΔΕΕ, 17.6.2021, C-23/20, Simonsen & Weel A/S σκ. 63), κρίνει ότι η τροποποίηση των συγκεκριμένων τιμών στις λειτουργικές επιδόσεις των υπό προμήθεια ειδών (λεωφορείο και σταθμός φόρτισης) του διαγωνισμού μέσω της παροχής διευκρινίσεων από την αναθέτουσα Αρχή κατόπιν σχετικών αιτημάτων των ενδιαφερομένων οικονομικών φορέων, δεν συνιστά ουσιώδη τροποποίηση των όρων της διακήρυξης και αρκούσε η ανάρτηση των διευκρινίσεων αυτών στο ΕΣΗΔΗΣ [βλ. ΕλΣυν. Εβδ. Τμ. 535/2024, σκ. 9.1.-9.4., πρβλ. ΣτΕ 7μ. 827/2019 σκ. 12, 13, 18-20, ΔΕφΑθ (Ακυρ.) 361/2024 σκ. 5-7, 952/2023 σκ. 5-6, ΔΕφΘεσσαλ (Ακυρ.) 443/2022 σκ. 8, καθώς και προπαρατεθείσα C-23/20, Simonsen & Weel A/S σκ. 83 επ. και ιδίως σκ. 89]. Για τους λόγους αυτούς.Δέχεται την προσφυγή ανάκλησης.Ανακαλεί την 61/2024 Πράξης της Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου
ΝΣΚ/333/2004
Τροποποίηση Κ.Υ.Α περί εγκρίσεως περιβαλλοντικών όρων παρά την μερική αναστολή αυτής με απόφαση του ΣτΕ.(..)Κατάσταση : Εκκρεμεί αποδοχή
α) Μετά την έκδοση της υπ’ αριθ. 6914/26.11.03 πράξεως οριοθέτησης του χειμάρρου και την από 4.12.2003 αίτηση της ενδιαφερόμενης εταιρείας για τροποποίηση της υπ’ αριθ. 129509/21.11.2002 Κ.Υ.Α. έγκρισης περιβαλλοντικών όρων, είναι καθ’ όλα νόμιμη η τροποποίηση αυτής με έκδοση νέας διοικητικής πράξης. β) Είναι δυνατόν η νέα Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων που θα υποβληθεί να αναφέρεται στην εξόρυξη υλικών για παραγωγή αντιολισθηρών και σκύρων ΟΣΕ. Το εάν βεβαίως θα πραγματοποιηθεί τελικά η εξόρυξη αυτή εξαρτάται από την χορήγηση ή μη της σχετικής άδειας εκμεταλλεύσεως του λατομείου για την εξόρυξη αυτή από το αρμόδιο όργανο. γ) Είναι προτιμότερο να εκδοθεί νέα απόφαση έγκρισης περιβαλλοντικών όρων στην οποία να διαλαμβάνεται ρητή κατάργηση της προηγούμενης Κ.Υ.Α.
ΝΣΚ/311/2007
Αρμοδιότητα του Νομάρχη προς έκδοση αποφάσεως περί εγκρίσεως περιβαλλοντικών όρων.(..)Κατάσταση : Εκκρεμεί αποδοχή
Μετά την ακύρωση από το Συμβούλιο της Επικρατείας αποφάσεων της Διοικήσεως προς εκτέλεση έργου λόγω ελλείψεως αποφάσεως περί εγκρίσεως περιβαλλοντικών όρων και με βάση την κατάταξη του εκτελουμένου έργου, ύστερα από την έκδοση της ως άνω ακυρωτικής αποφάσεως, στην τέταρτη υποκατηγορία της δευτέρας κατηγορίας έργων, αρμοδιότητα για την έκδοση της αποφάσεως περί εγκρίσεως περιβαλλοντικών όρων έχει ο οικείος Νομάρχης.
ΕΣ/ΤΜ.ΜΕΙΖ.ΕΠΤΑΜ.ΣΥΝΘ/276/2019
Έργο- Συμπληρωματική σύμβαση:..επιδιώκεται η αναθεώρηση της 1883/2018 απόφασης του VI Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Με τα ανωτέρω δεδομένα, το Τμήμα κρίνει ότι νομίμως ανατίθενται οι ως άνω εργασίες με συμπληρωματική σύμβαση στον ανάδοχο της κύριας σύμβασης, διότι α) αν και δεν περιλαμβάνονται στην αρχικώς συναφθείσα σύμβαση, το αντικείμενό τους συνάπτεται αναγκαίως με το αντικείμενο αυτής, αφού αφορούν στο σύνολό τους την κατασκευή της λιμενοδεξαμενής και των συνοδών έργων, β) κατέστησαν αναγκαίες κατά την τεχνική εκτέλεση του έργου αφενός λόγω της διαδοχικής τροποποίησης επί το δυσμενέστερο των περιβαλλοντικών όρων, αφετέρου λόγω της ακυρωτικής απόφασης του ΣτΕ. Οι περιστάσεις αυτές δεν ήταν δυνατόν να προβλεφθούν κατά την εκπόνηση της αρχικής μελέτης του έργου, βάσει εγκεκριμένης τότε Μ.Π.Ε. και αρμοδίως καθορισμένων περιβαλλοντικών όρων, οι οποίοι αργότερα τροποποιήθηκαν, άνευ υπαιτιότητας της αναθέτουσας αρχής, δημιουργώντας μάλιστα σε αυτήν υποχρέωση συμμόρφωσης μέσω της εκτέλεσης των επίμαχων συμπληρωματικών εργασιών. Ούτε άλλωστε ήταν δυνατόν να προβλεφθεί η εκφερθείσα με την απόφαση του ΣτΕ κρίση και οι τροποποιήσεις που αυτή με τη σειρά της επέφερε στην εκτέλεση του έργου. γ) Οι επίμαχες συμπληρωματικές εργασίες είναι απαραίτητες για την ολοκλήρωση του έργου, καθόσον δεν είναι δυνατή η κατασκευή του χωρίς να τηρηθούν οι δεσμευτικοί περιβαλλοντικοί όροι, δ) ο προϋπολογισμός της συμπληρωματικής σύμβασης (1.860.438,32 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ) δεν υπερβαίνει το 50% του ποσού της αρχικής σύμβασης (3.725.110,87 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ).Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, δεν συντρέχει νόμιμος λόγος που να κωλύει την υπογραφή της 1ης συμπληρωματικής σύμβασης κατασκευής του έργου «Λιμενοδεξαμενή ... και δίκτυα άρδευσης». Περαιτέρω, πρέπει να επιστραφεί το καταβληθέν για την αίτηση αναθεώρησης παράβολο στην αιτούσα εταιρεία με την επωνυμία «...».Δια ταύτα Δέχεται τις αιτήσεις αναθεώρησης. Αναθεωρεί την 1883/2018 απόφαση του VI Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
151907/357/2017
Περί της διαδικασίας γνωµοδότησης των δασικών υπηρεσιών για την έκδοση απόφασης έγκρισης περιβαλλοντικών όρων (ΑΕΠΟ) σε επίπεδο Υπουργού
ΣΤΕ/1973/2017
ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΡΓΑ:Επειδή, εν όψει των διαλαμβανομένων στις προηγούμενες σκέψεις, κρίνεται ότι οι επιπτώσεις από την εγκατάσταση και λειτουργία του αιολικού πάρκου στην χλωρίδα της προστατευόμενης περιοχής θα είναι μικρής κλίμακας και αντιμετωπίζονται αιτιολογημένα από τη σχετική Μ.Π.Ε., στην οποία γίνεται εκτενής αναφορά στα ιδιαίτερα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της περιοχής εγκαταστάσεως του έργου. Επίσης, η μελέτη περιέχει εκτενείς αναφορές στους πληθυσμούς των άγριων πτηνών της περιοχής και τους τόπους διαχειμάσεως και διελεύσεώς τους, στοιχεία τα οποία ελήφθησαν υπόψη για την επιλογή της θέσης εγκαταστάσεως της επίμαχης μονάδας. Ειδικά μέτρα, εξάλλου, προτείνονται για την αντιμετώπισή των επιπτώσεων του έργου τόσο στην χλωρίδα όσο και στην πανίδα και δη στην ορνιθοπανίδα, κατά τρόπο αποτελεσματικό, ώστε να μην επέρχεται υποβάθμιση της περιοχής. Επομένως, η προσβαλλόμενη πράξη εγκρίσεως περιβαλλοντικών όρων, ερειδόμενη στη σχετική μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων, είναι νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένη ως προς τα ζητήματα που τίθενται με την κρινόμενη αίτηση, περαιτέρω δε έλεγχος των σχετικών ουσιαστικών εκτιμήσεων της διοικήσεως εξέρχεται των ορίων δικαστικού ελέγχου κατά την προκειμένη ακυρωτική δίκη (βλ. ΣτΕ 2741/2014, 4891/2013, κ.ά.). Εν όψει τούτων, απορριπτέοι τυγχάνουν και οι ειδικότεροι ισχυρισμοί περί μη αξιολογήσεως της δυσανάλογης κατά τις αιτούσες επιδεινώσεως του φυσικού και ανθρωπογενούς περιβάλλοντος εν όψει και των χαρακτηριστικών του συγκεκριμένου έργου από πλευράς όγκου και διαστάσεων ήτοι σημαντική οπτική και ακουστική όχληση, δέσμευση ασυνήθιστα μεγάλης εκτάσεως και μάλιστα δασικής, μόνιμη αλλαγή εδαφοκαλύψεως, αδυναμία απομακρύνσεως όλων των εγκαταστάσεων και απαγόρευση επί μακρόν της βοσκήσεως μετά το πέρας της επίμαχης εκμεταλλεύσεως. Ομοίως, εξ άλλου, απορριπτέος είναι και ο ισχυρισμός των αιτουσών ότι με την ένδικη Μ.Π.Ε. δεν έχει αξιολογηθεί η διατάραξη της αρμονίας φυσικού τοπίου του όρους Παντοκράτορα, το οποίο είχε προταθεί να υπαχθεί σε καθεστώς προστασίας από τη μελέτη του χωροταξικού σχεδίου της Περιφέρειας Ιονίων Νήσων του Φεβρουαρίου 2003 και έχει ενταχθεί στο πρόγραμμα LEADER και ΟΠΑΑΧ (ΠΕΠ) και η αισθητική αλλοίωση του φυσικού παραδοσιακού και τουριστικού περιβάλλοντος και ειδικότερα το γεγονός ότι οι ανεμογεννήτριες θα είναι ορατές αφενός από τη νότια πλευρά της πόλης της Κέρκυρας, η οποία έχει χαρακτηρισθεί ως αρχιτεκτονικό παράδειγμα παγκόσμιας εμβέλειας και από την οποία απέχουν 12 χιλιόμετρα (και όχι 17,5 όπως αναφέρεται στη Μ.Π.Ε.) και αφετέρου από τον παραδοσιακό οικισμό Σπαρτίλα, από τον οποίο απέχουν 655 μέτρα καθώς και από τον τουριστικό οικισμό Μπαρμπάτι, από τον οποίο απέχουν 1.100 μέτρα. Τούτο δε, διότι από τα εκτεθέντα ανωτέρω προκύπτει ότι στην οικεία Μ.Π.Ε. γίνεται εφαρμογή των κριτηρίων εντάξεως του επίδικου έργου στο τοπίο, ενώ όλοι οι γειτονικοί οικισμοί απέχουν περισσότερο από 500 μ. από το έργο και η ηχητική επιβάρυνση σε αυτούς αναμένεται κάτω των 35 dB , ενώ, εξ άλλου, σε ακτίνα 1.500 μ. από το έργο, δεν υπάρχει οικισμός που να έχει χαρακτηρισθεί ως παραδοσιακός. Ομοίως, απορριπτέος ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος, είναι και ο ισχυρισμός ότι εσφαλμένως αναφέρεται στη Μ.Π.Ε. (σελ. 28 αυτής) ότι «η χωροθέτηση έγινε βάσει της συναίνεσης των κατοίκων», παρά την ύπαρξη των αρνητικών γνωμοδοτήσεων του Δήμου Φαιάκων και του Νομαρχιακού Συμβουλίου Κέρκυρας, δεδομένου, άλλωστε, ότι στο προοίμιο της προσβαλλομένης μνημονεύεται (με αριθ. 23), το με αριθ. 597/21.9.2010 έγγραφο της Ν.Α. Κέρκυρας, με το οποίο διαβιβάσθηκε η γνωμοδότηση του οικείου Νομαρχιακού Συμβουλίου για το επίδικο έργο.
ΕΣ/ΚΛ.Ε/392/2008 (ΣΤ΄ ΔΙΑΚΟΠΩΝ)
Νομιμότητα της διαδικασίας ανάδειξης αναδόχου και του σχεδίου σύμβασης του έργου της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης ….«Έργα Διευθέτησης Χειμάρρου .....», Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι πριν την έναρξη πραγματοποίησης των έργων που με την ως άνω Κ.Υ.Α. έχουν καταταγεί σε μία ή περισσότερες από τις τρεις κατηγορίες που προβλέπει το άρθρο 3 του ν. 1650/1986, όπως τα αντιπλημμυρικά έργα διευθέτησης της ροής των υδάτων (Α κατηγορία) , απαιτείται, ως κύριο μέσο εφαρμογής της αρχής της πρόληψης, η έγκριση περιβαλλοντικών όρων. Ως έναρξη δε πραγματοποίησης του έργου θεωρείται όχι μόνο η υλική ενέργεια εκτέλεσης αυτού, αλλά και η έκδοση οποιασδήποτε διοικητικής πράξης, αποτελούσας προϋπόθεση έναρξης της κατασκευής του. Συνακόλουθα , η παράλειψη έγκρισης περιβαλλοντικών όρων πριν της έκδοση απόφασης περί εγκρίσεως του αποτελέσματος της οικείας δημοπρασίας συνιστά ουσιώδη νομική πλημμέλεια, η οποία δεν καλύπτεται από τη μεταγενέστερη έκδοση της πράξης έγκρισης περιβαλλοντικών όρων κατασκευής και λειτουργίας του έργου. Τούτο διότι η ως άνω πλημμέλεια, άγουσα στη δημιουργία νέας πραγματικής και νομικής κατάστασης, κατά παραγνώριση των αξιώσεων της αρχής της νομιμότητας, καθώς και των περί προστασίας του περιβάλλοντος κοινοτικών και εθνικών διατάξεων, ως και της ανάγκης της εκ των προτέρων εκτίμησης των επιπτώσεων κάθε έργου ή δραστηριότητας στο περιβάλλον, εξακολουθεί να υφίσταται, καθόσον δεν έχει προηγηθεί η εκτίμηση των επιπτώσεων του προκείμενου έργου στο περιβάλλον (βλ. Ολομ. ΣτΕ 2175/2004, Πράξη VI Τμήματος Ελ.Συν. 33/2007).