Αριθμός Πρωτοκόλλου: ΕΣ/ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ/1645/2025
Από τα αναιρετικώς ανέλεγκτα πραγματικά περιστατικά που παρατίθενται στην πληττόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Τμήμα απέρριψε τον λόγο έφεσης περί παραβίασης της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης κατόπιν διαπίστωσης ότι δεν στοιχειοθετείται η παροχή από την αρμόδια διαχειριστική Αρχή προς την αναιρεσείουσα ρητής, διαρκούς, συγκεκριμένης και ανεπιφύλακτης διαβεβαίωσης περί της δυνατότητάς της να προβαίνει νομίμως σε μισθώσεις των τουριστικών κατοικιών της για χρονικά διαστήματα υπερβαίνοντα τις 90 ημέρες εντός της πενταετίας που διήρκεσαν οι αναληφθείσες από αυτή μακροχρόνιες υποχρεώσεις.Κατ’ ακολουθίαν του συνόλου των ανωτέρω σκέψεων, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η κατάπτωση υπέρ του Δημοσίου του καταβληθέντος παραβόλου, κατ’ εκτίμηση δε των περιστάσεων να απαλλαγεί η αναιρεσείουσα από τα αιτηθέντα παρά του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου δικαστικά έξοδα αυτού
Τύπος: ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΕΛΕΓΚ.ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ
Ιστορικό Κωδικοποιήσεων
Σχετικά Έγγραφα
ΕΣ/ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ/1342/2024
Με δεδομένα όσα έγιναν δεκτά στις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν και τα αναιρετικώς ανέλεγκτα πραγματικά περιστατικά, το Δικαστήριο κρίνει ότι το Πρώτο Τμήμα με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις περί δεδικασμένου διατάξεις και ορθά έκρινε ότι σύμφωνα με το δεδικασμένο που απορρέει από την 2019/1998 αμετάκλητη απόφαση του Ι Τμήματος δεν θεμελιώνεται αγωγική αξίωση της ήδη αναιρεσείουσας κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρα 904 επ. ΑΚ) έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, καθόσον το δεδικασμένο που παρήχθη από την ως άνω αμετάκλητη απόφαση του Ι Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ως Δικαστηρίου, που κατά το άρθρο 98 του Συντάγματος έχει την αποκλειστική δικαιοδοσία να κρίνει επί καταλογισμών υπολόγων, δημιούργησε τεκμήριο νομικής ορθότητας σχετικά με τη νομιμότητα της καταλογιστικής απόφασης, την ευθύνη της αναιρεσείουσας, την ύπαρξη του ελλείμματος και το ύψος αυτού, αποκλείοντας το ίδιο ή άλλο δικαστήριο να ερευνήσει την ίδια ως άνω υπόθεση.
ΕΣ/ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ/2011/2020
Ο ως άνω λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στη σκέψη 14, καθόσον, όπως ορθώς κρίθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (σκέψη 28), τηρήθηκε εν προκειμένω η προβλεπόμενη στο άρθρο 1 της ΚΥΑ 2007892/461/27.5.1998 (φ. 606 Β΄) διαδικασία που αποσκοπεί στη διασφάλιση του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης του καθ’ ου ο καταλογισμός, δοθέντος ότι, κατά τις αναιρετικώς ανέλεγκτες παραδοχές του δικάσαντος Τμήματος, η από 30.1.2008 έκθεση ελέγχου, στην οποία αναφερόταν ρητά η δυνατότητα διατύπωσης αντιρρήσεων κατ’ αυτής σε προθεσμία ενός μηνός από την επίδοσή της, επιδόθηκε στις 6.8.2008 στην αναιρεσείουσα με θυροκόλληση και με την παρουσία μάρτυρα, καθόσον η σύνοικος πεθερά της αρνήθηκε να την παραλάβει (άρθρο 55 του ν. 2717/1999), σύμφωνα με την από 6.8.2008 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή ***** , η δε καταλογιστική πράξη εκδόθηκε μετά την πάροδο άπρακτης της σχετικώς τασσόμενης προθεσμίας για την υποβολή αντιρρήσεων.Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη
ΕΣ/Γ΄ ΕΛΑΣΣΟΝΑ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ/1497/2024
Mε την ένδικη αίτηση, όπως αυτή αναπτύσσεται με το νομοτύπως κατατεθέν στις 13.12.2022 υπόμνημα, ζητείται η αναίρεση της 1960/2021 απόφασης του Δευτέρου Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με την οποία απορρίφθηκε η παραπεμφθείσα με την 28/2019 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, λόγω δικαιοδοσίας, από 5.12.2012 έφεση της αναιρεσείσουσας κατά της 972/2011.2012 εγγραφής εις βάρος της στον με αριθμό γραμμής 7 χρηματικό κατάλογο του Δήμου Αθηναίων συνολικού ποσού 537.232,13 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί σε δημοτικά τέλη και Τέλη Ακίνητης Περιουσίας (ΤΑΠ), τα οποία η αναιρεσείουσα, που δραστηριοποιείτο στον τομέα της προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας, κατά την κρίση του Τμήματος, εισέπραξε από τους πελάτες της από την ημερομηνία ενσωμάτωσης των τελών αυτών στους εκδοθέντες λογαριασμούς της (1.8.2011) έως την ημερομηνία επιστροφής των πελατών της στη ΔΕΗ (25.1.2012), χωρίς να τα αποδώσει στον Δήμο Αθηναίων, σύμφωνα με το άρθρο 43 του ν. 3979/2011 (Α΄ 138). (...)Ενόψει των ανωτέρω, κατ’ ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 43 παρ. 1 του ν. 3979/2011 και της 3234/3093/2012 απόφασης του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής, το δικάσαν Τμήμα δέχθηκε ότι νομίμως το Τμήμα Ανταποδοτικών Τελών και ΤΑΠ της Διεύθυνσης Δημοτικών Προσόδων προέβη στη βεβαίωση του ένδικου ποσού και προσδιόρισε αυτό στο ύψος των 537.232,13 ευρώ με κάθε πρόσφορο μέσο, δοθέντος ότι, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση της αναιρεσιβαλλομένης, η αναιρεσείουσα δεν διαβίβασε στον Δήμο τις σχετικές εκκαθαριστικές καταστάσεις, ούτε γνωστοποίησε σε αυτόν στοιχεία των ανείσπρακτων ποσών, ως όφειλε, σύμφωνα με το άρθρο 43 του ν. 3979/2011
ΕΣ/Γ΄ ΕΛΑΣΣΟΝΑ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ/1460/2024
Mε την ένδικη αίτηση, όπως αυτή αναπτύσσεται με το νομοτύπως κατατεθέν στις 13.12.2022 υπόμνημα, ζητείται η αναίρεση της 1961/2021 απόφασης του Δευτέρου Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, κατά το μέρος που με αυτήν απορρίφθηκε η παραπεμφθείσα με την 27/2019 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, λόγω δικαιοδοσίας, από 5.12.2012 «προσφυγή» της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…» και τον διακριτικό τίτλο «…Α.Ε.», κατά της 973/2011.2012 εγγραφής εις βάρος της στον με αριθμό γραμμής 7 χρηματικό κατάλογο.(...)Ενόψει των ανωτέρω, κατ’ ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 43 παρ. 1 του ν. 3979/2011 και της 3234/3093/2012 απόφασης του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής το δικάσαν Τμήμα δέχθηκε ότι νομίμως το Τμήμα Ανταποδοτικών Τελών και ΤΑΠ της Διεύθυνσης Δημοτικών Προσόδων προέβη στη βεβαίωση του ένδικου ποσού, προσδιορίζοντας αυτό με κάθε πρόσφορο μέσο, δοθέντος ότι, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση της αναιρεσιβαλλομένης, η αναιρεσείουσα δεν διαβίβασε στον Δήμο τις σχετικές εκκαθαριστικές καταστάσεις, ως όφειλε σύμφωνα με το άρθρο 43 του ν. 3979/2011. Τέλος, ενόψει του ότι με τις διατάξεις της 3234/3093/2012 απόφασης ρυθμίζεται ειδικώς το ζήτημα της παραλαβής από τη ΔΕΗ και τους εναλλακτικούς παρόχους ενέργειας των καταστάσεων ανείσπρακτων Δημοτικών Τελών, ΦΗΧ και ΤΑΠ και της διενέργειας έρευνας για τη βεβαίωση αυτών σε χρηματικούς καταλόγους και την είσπραξή τους μέσω του Δήμου, αυτές τυγχάνουν εφαρμογής και στην κρινόμενη περίπτωση, συμπληρωματικά με τις διατάξεις του άρθρου 43 του ν. 3979/2011, απορριπτομένου και του επικουρικώς προβαλλόμενου ισχυρισμού της αναιρεσείουσας ότι η ανωτέρω απόφαση δεν τυγχάνει εφαρμοστέα στις περιπτώσεις καταλογισμών που διενεργούνται εις βάρος της ΔΕΗ και των εναλλακτικών παρόχων ηλεκτρικής ενέργειας. Κατόπιν όλων των ανωτέρω, ο ως άνω λόγος αναίρεσης παρίσταται στο σύνολό του απορριπτέος.Εν όψει των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη. Περαιτέρω, απορριπτομένης της αίτησης, πρέπει να διαταχθεί η κατάπτωση του κατατεθέντος παραβόλου υπέρ του Δημοσίου (βλ. άρθρο 310 παρ. 1 εδ. α΄ του ν. 4700/2020), εκτιμωμένων δε των περιστάσεων, να συμψηφισθεί η δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων (βλ. άρθρο 314 παρ. 4 εδ. β΄ του ίδιου νόμου).
ΕΣ/ΜΕΙΖ.ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ/1454/2022
ΚΑΤΑΛΟΓΙΣΜΟΙ (...) η αναιρεσείουσα καταλογίστηκε, ως πρόεδρος επιτροπής παραλαβής του νομαρχιακού διαμερίσματος Καβάλας της τέως νομαρχιακής αυτοδιοίκησης Δράμας – Καβάλας – Ξάνθης, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τα πρόσωπα που ρητώς αναφέρονται σε αυτήν και υπέρ της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, οιονεί καθολικής διαδόχου της ανωτέρω νομαρχιακής αυτοδιοίκησης (άρθρο 283 παρ. 2 του ν. 3852/2010, Α΄ 87), με το ποσό των 5.000,00 ευρώ. Το εν λόγω ποσό φέρεται ότι συνιστά έλλειμμα στη χρηματική διαχείριση του ως άνω νομαρχιακού διαμερίσματος κατά τη διαχειριστική χρήση από 1.1.2006 έως 31.12.2006.(...)Ειδικότερα, έκρινε ότι η συμβολή της ήδη αναιρεσείουσας στη δημιουργία του ελλείμματος ήταν αιτιώδης διότι, χωρίς τη σύνταξη του οικείου πρωτοκόλλου, δεν θα ήταν δυνατή η έκδοση του αντίστοιχου χρηματικού εντάλματος. Περαιτέρω, το δικάσαν Τμήμα απέρριψε τον ισχυρισμό της περί αναρμοδιότητας της συγκεκριμένης επιτροπής παραλαβής προεχόντως ως αβάσιμο, καθόσον η επιτροπή αυτή ήταν αρμόδια, κατ’ ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων του τότε ισχύοντος κανονισμού προμηθειών του δημοσίου, να προβεί στην παραλαβή, τον έλεγχο και τη βεβαίωση καλής εκτέλεσης των παρασχεθεισών από την ανάδοχο υπηρεσιών, καθώς και για την έκδοση του οικείου πρωτοκόλλου παραλαβής, σε κάθε δε περίπτωση ως αλυσιτελή, διότι δια της υπογραφής του σχετικού πρωτοκόλλου η ήδη αναιρεσείουσα άσκησε εν τοις πράγμασι καθήκοντα μέλους επιτροπής παραλαβής υπηρεσιών. Επίσης, μεταξύ άλλων, απέρριψε ως αλυσιτελή τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί μη έκδοσης από τον Νομάρχη ειδικής εντολής προς την επιτροπή παραλαβής, για την παρακολούθηση και βεβαίωση της καλής εκτέλεσης του συμβατικού αντικειμένου από την ανάδοχο, με την αιτιολογία ότι τέτοια ειδική εντολή προς την επιτροπή παραλαβής δεν απαιτείτο και σε κάθε περίπτωση θα ήταν περιττή, αφού τα καθήκοντα και οι υποχρεώσεις της τελευταίας είναι με σαφήνεια καθορισμένα στον νόμο και συνίστανται στην ποιοτική και ποσοτική παραλαβή των υπηρεσιών που παρασχέθηκαν.(...)Το Δικαστήριο επισημαίνει, συναφώς, ότι η φύση των επίμαχων στην κρινόμενη υπόθεση προς παραλαβή υπηρεσιών είναι τέτοια ώστε να καθίσταται κατά νόμο δυσχερής ο καθορισμός των απαιτούμενων για τη διάγνωση της πραγματοποίησής τους ενεργειών επαλήθευσης, ιδίως όταν οι ενέργειες αυτές δεν έχουν εκ των προτέρων καταγραφεί. Εν όψει αυτών, το Δικαστήριο κρίνει ότι τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά με την πληττόμενη απόφαση ως προς την επιδειχθείσα συμπεριφορά της αναιρεσείουσας, δεν πληρούν το πραγματικό της έννοιας της βαρείας αμέλειας αλλά της ελαφράς αμέλειας, καθόσον η συμπεριφορά της αναιρεσείουσας δεν αποκλίνει σε τέτοιον βαθμό από το μέτρο της επιμέλειας που αναμένεται, υπό τις προπεριγραφείσες συνθήκες, από τον μέσο συνετό και επιμελή υπάλληλο - μέλος επιτροπής παραλαβής υπηρεσιών, ώστε να παρίσταται πρόδηλη, ιδιαιτέρως σοβαρή και αδικαιολόγητη. Για τους λόγους αυτούς Αναιρεί την 7484/2015 απόφαση του IV Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Διακρατεί και δικάζει την υπόθεση. Δέχεται εν μέρει την ... έφεση. Μεταρρυθμίζει την ... απόφαση του Οικονομικού Επιθεωρητή της Διεύθυνσης Οικονομικής Επιθεώρησης Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης. Περιορίζει τον εις βάρος της ήδη αναιρεσείουσας καταλογισμό στο ποσό των 500,00 ευρώ. Απαλλάσσει αυτήν από το σύνολο των επιβληθεισών προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής, ύψους 4.300,00 ευρώ.
ΕΣ/ΜΕΙΖ.ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ/3/2023
ΚΑΤΑΛΟΓΙΣΜΟΙ (...) καταλογίστηκε, ως Προϊσταμένη του Τμήματος Εμμέσων και Ειδικών Φόρων της ΔΟΥ ΦΑΕ Θεσσαλονίκης, εις ολόκληρον, ως συνευθυνόμενη με τον …, υπάλληλο του εν λόγω Τμήματος, με το ποσό των 67.272,19 ευρώ, που αντιστοιχεί σε ισόποσο έλλειμμα που φέρεται ότι προκάλεσε στην ως άνω ΔΟΥ κατά το έτος 1994.Κατά τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από το δικάσαν Τμήμα, το ποσό του ελλείμματος που καταλογίστηκε σε βάρος της ήδη αναιρεσείουσας προέρχεται από την αχρεώστητη πέμπτη επιστροφή ΦΠΑ, κατά το έτος 1994, στην εταιρεία με την επωνυμία «… ΑΕ», ποσού 22.923.000 δραχμών, για αγορές επενδυτικών και εμπορεύσιμων αγαθών, οι οποίες, όπως προέκυψε μεταγενεστέρως, ήταν ανύπαρκτες και εικονικές και για τις οποίες δεν υποβλήθηκε το σύνολο των απαιτούμενων από τον νόμο δικαιολογητικών για την επιστροφή του ΦΠΑ.(...)Με βάση τα ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι το δικάσαν Τμήμα όφειλε στο πλαίσιο της έρευνας των προβαλλόμενων λόγων έφεσης σχετικά με τη νομιμότητα του επιβληθέντος σε βάρος της ήδη αναιρεσείουσας καταλογισμού, να προβεί ειδικώς και σε έλεγχο, με βάση την αρχή της αναλογικότητας, αν ο επιβληθείς καταλογισμός, τελεί σε εύλογη σχέση αναλογίας με τις κατά τα ανωτέρω κρίσιμες για τον προσδιορισμό του ύψους του παραμέτρους και είτε να διαλάβει ειδική κρίση για τον σεβασμό της αρχής αυτής, κατά την επιβολή του επίδικου καταλογισμού, είτε, στην αντίθετη περίπτωση, να προβεί σε επιμέτρηση του καταλογισθέντος ποσού στο αναγκαίο κατά την κρίση του μέτρο, λαμβάνοντας υπόψη πρόσφορα προς τούτο κριτήρια, όπως η βαρύτητα της δημοσιονομικής παράβασης και οι συνέπειές της στη δημόσια διαχείριση, το εύρος της απόκλισης της συμπεριφοράς του υπαιτίου από τη δημοσιονομική νομιμότητα, ο βαθμός υπαιτιότητάς του και η επερχόμενη εξαιτίας του καταλογισμού βλάβη της περιουσίας του καταλογιζόμενου. Επομένως, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με την οποία κρίθηκε νόμιμος ο σε βάρος της καταλογισμός, χωρίς περαιτέρω έρευνα της τήρησης της δίκαιης ισορροπίας μεταξύ των περιουσιακών δικαιωμάτων της αναιρεσείουσας και της αποκατάστασης του προκληθέντος, μεταξύ άλλων, διά των πλημμελών ενεργειών της, ελλείμματος, πρέπει, κατά παραδοχή του κατ’ εκτίμηση εκτιμώμενου σχετικού λόγου αναιρέσεως, να αναιρεθεί για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 Συντάγματος).(...)Υπό τις ειδικές περιστάσεις της υπόθεσης το Δικαστήριο κρίνει ότι ο καταλογισμός σε βάρος της εκκαλούσας ποσού που υπερβαίνει το 10% του καταλογισθέντος ποσού ελλείμματος, διαρρηγνύει τη δίκαιη ισορροπία μεταξύ του σκοπού που επιδιώκεται με τον καταλογισμό και των περιουσιακών δικαιωμάτων της καταλογιζομένης. Τούτο δε ύστερα από στάθμιση: (α) της βαρύτητας και των συνθηκών τέλεσης της αποδοθείσας στην εκκαλούσα δημοσιονομικής παράβασης, η οποία δεν προκύπτει ότι παρέλειψε εντελώς τον έλεγχο, αλλά μόνο ότι αρκέστηκε σε τυπικό έλεγχο της υποβληθείσας αίτησης χωρίς να διαγνώσει την ανάγκη μελέτης επέκτασής του και σε άλλα, πλην αυτών, στοιχεία, (β) του τρόπου συμμετοχής της στην παράνομη διαχειριστική διαδικασία και ιδίως του γεγονότος ότι για την παράνομη άσκηση του επίδικου δικαιώματος έκπτωσης το μεν προηγήθηκαν παράνομες και παραπλανητικές πράξεις τρίτων προσώπων που κατέστησαν δυσχερή την ανακάλυψη της απάτης, τα οποία μάλιστα ωφελήθηκαν από τα παρανόμως εκταμιευθέντα ποσά, το δε η ίδια δεν επέδειξε απατηλή συμπεριφορά ούτε πλήρη και κακόπιστη αδιαφορία κατά την άσκηση των καθηκόντων της, ούτε προκύπτει ότι αποκόμισε οποιοδήποτε όφελος από αυτήν, γεγονός που ενισχύεται άλλωστε και από το ότι, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην υπάρχουσα στον φάκελο από 25.1.1995 έκθεση ελέγχου Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων της ΔΟΥ ΦΑΕ Θεσσαλονίκης, μετά την ως άνω κρίσιμη πέμπτη επιστροφή του ΦΠΑ στην εταιρεία … ΑΕ με δικές της ενέργειες κινήθηκε η διενέργεια ελέγχου στα βιβλία και στοιχεία της εν λόγω επιχείρησης κατά τον οποίο διαπιστώθηκε η εικονικότητα των συναλλαγών της και καταλογίστηκαν σε βάρος της επιχείρησης αυτής τα αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά ΦΠΑ που αφορούσαν μεταξύ άλλων και την επίδικη αίτηση επιστροφής, (γ) του γεγονότος ότι η εκκαλούσα απηλλάγη με το 31/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης από το αδίκημα της απιστίας, (δ) του γεγονότος ότι, ναι μεν όσα εκτίθενται στις σκέψεις 14, 15 και 18 αποτελούν εγγενείς αρχές κάθε ελέγχου και συνεπώς η όλη ελεγκτική διαδικασία στη ΔΟΥ ΦΑΕ έπρεπε να είχε οργανωθεί βάσει αυτών, όμως, όπως προκύπτει από τη σχετική 5/0014/ΠΟΛ. 1089/18.4.1991 εγκύκλιο που διείπε τις εργασίες της ανωτέρω υπηρεσίας και που παρατίθεται στην αναιρεσιβαλλομένη (σκέψη ΙV. Α. αυτής), οι εν λόγω αρχές δεν αποτυπώνονταν σαφώς και πλήρως σε αυτήν, (ε) του ποσού του καταλογισμού, που ανέρχεται συνολικά σε 67.272,19 ευρώ και επιφέρει ιδιαίτερη βλάβη στην περιουσία της εκκαλούσας, λαμβανομένου υπόψη ότι κατά τα γνωστά στο Δικαστήριο από άλλες ενέργειές του, πέραν του επίμαχου καταλογισμού, η ανωτέρω βαρύνεται επιπλέον και με καταλογισμό συνολικού ποσού 1.214.409,41 ευρώ και (στ) του μεγάλου χρονικού διαστήματος που παρήλθε από τη δημιουργία του ελλείμματος το έτος 1994 μέχρι τον καταλογισμό της, το έτος 2013. Για τους λόγους αυτούς Αναιρεί την 1456/2018 απόφαση του Ι Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Δέχεται εν μέρει την από 29.4.2013 (ΑΒΔ 138/2013) έφεση και τους από 18.9.2015 πρόσθετους λόγους έφεσης (ΑΒΔ 2635/2015). Μεταρρυθμίζει την ΕΜΠ 294/20.3.2013 καταλογιστική απόφαση των Οικονομικών Επιθεωρητών της Οικονομικής Επιθεώρησης Θεσσαλονίκης και Υπολοίπου Κεντρικής Μακεδονίας. Μειώνει το καταλογισθέν σε βάρος της ποσό σε 6.727,21 ευρώ.