Αριθμός Πρωτοκόλλου: ΝΣΚ/98/2013
Ετικέτες οίνων προστατευόμενης γεωγραφικής ένδειξης – Δυνατότητα ή μη οινοποιητικής μονοπρόσωπης Ε.Π.Ε για χρήση του γεωγραφικού όρου «ΚΙΤΡΟΥΣ» – Δυνατότητα χρήσης ή μη της ένδειξης «ΚΤΗΜΑ».(..)Κατάσταση : Αποδεκτή
α) Δεν είναι δυνατή η χρήση του γεωγραφικού όρου «ΚΙΤΡΟΥΣ» στις ετικέτες των οίνων προστατευόμενης γεωγραφικής ένδειξης που παράγονται από την εταιρία με την επωνυμία «Γ.Γ…Μονοπρόσωπη Ε.Π.Ε.», καθώς, υπό την ισχύουσα εθνική νομοθεσία, δεν έχουν καθορισθεί συγκεκριμένες γεωγραφικές ενότητες, ούτε έχουν θεσπισθεί κανόνες για την χρήση τους. (ομοφ.) β) Ως προς τον τρόπο χρήσης της ένδειξης «ΚΤΗΜΑ», δεδομένου του ορισμού της «εκμετάλλευσης» στο ενωσιακό δίκαιο, η ρύθμιση της Κ.Υ.Α. 336927/10-3-1999, κατά την οποία η ένδειξη «ΚΤΗΜΑ» χρησιμοποιείται πάντοτε σε συνδυασμό με το όνομα της αμπελουργικής εκμεταλλεύσεως, έχει την έννοια ότι η ένδειξη αυτή χρησιμοποιείται πάντοτε σε συνδυασμό με την επωνυμία του φορέα του συνόλου των παραγωγικών μονάδων που ευρίσκονται στην επικράτεια του κράτους μέλους. (ομοφ.)
Τύπος: ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΕΙΣ Ν.Σ.Κ.
Ιστορικό Κωδικοποιήσεων
Σχετικά Έγγραφα
ΝΣΚ/29/2020
Εάν επιτρέπεται η απεικόνιση της ελληνικής σημαίας στις συσκευασίες εμπορικών προϊόντων-τροφίμων.(..)
Η χρήση της ελληνικής σημαίας, ως ένδειξη γεωγραφικού προσδιορισμού, δηλαδή τόπου προέλευσης ή χώρας καταγωγής ενός τροφίμου ή πρωταρχικού συστατικού του στις συσκευασίες τροφίμων είναι νόμιμη (ομόφωνα).
ΕΑΔΗΣΥ/1384/2022
Επισημαίνεται συναφώς ότι η χρήση της ως άνω γενικής ένδειξης εκ μέρους της αναθέτουσας αρχής επιτρέπεται μόνο εφόσον η τελευταία έχει δηλώσει ρητά στη σχετική διακήρυξη ή στην πρόσκληση ή στα λοιπά έγγραφα της σύμβασης, ότι οι οικονομικοί φορείς συμπληρώνουν μόνο την ενότητα α “Γενική ένδειξη για όλα τα κριτήρια επιλογής” (βλ. Κατευθυντήρια Οδηγία 23 της ΕΑΑΔΗΣΥ). Αντιθέτως, ως αναλυτικά παρατέθηκε στις αμέσως προηγούμενες σκέψεις της παρούσας, η υπόψη διακήρυξη εμπεριέχει σαφείς όρους και απαιτήσεις ως προς την κάλυψη των κριτηρίων επιλογής τα οποία και θα πρέπει να δηλώνονται στο ΕΕΕΣ από τους συμμετέχοντες, προκειμένου να επιτυγχάνεται η προσήκουσα προαπόδειξη, κατά το στάδιο της υποβολής της προσφοράς. Επομένως, εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι ο αναθέτων φορέας έπρεπε, κατά δέσμια αρμοδιότητα αυτής, να αποκλείσει την προσφορά της παρεμβαίνουσας και της έτερης, δεύτερης στη σειρά μειοδοσίας διαγωνιζόμενης, λόγω παράλειψης προαπόδειξης δια των υποβληθέντων ΕΕΕΣ τους, της πλήρωσης του κριτηρίου του όρου 22Γ της οικείας διακήρυξης
ΕΑΔΗΣΥ/1388/1389/2023
Συνεπεία των ανωτέρω, τα όσα περί αντιθέτου ισχυρίζεται η παρεμβαίνουσα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα. Επειδή, τούτων δοθέντων, αβασίμως ισχυρίζεται εν προκειμένω ο αναθέτων φορέας στο έγγραφο των απόψεων του ότι «σωστά οι υποψήφιοι οικονομικοί φορείς συμπλήρωσαν μόνο το πεδίο α: Γενική ένδειξη για όλα τα κριτήρια επιλογής, όπως ρητά δηλώθηκε από την Αναθέτουσα Αρχή», διότι από κανένα σημείο της διακήρυξης δεν προκύπτει ότι οι συμμετέχοντες, προκειμένου για την άρτια και σύμφωνη με το κανονιστικό πλαίσιο της διακήρυξης, υποβολή της προσφοράς τους, έπρεπε να δηλώσουν στο ΕΕΕΣ τους και στο σχετικό πεδίο ότι καλύπτουν την γενική ένδειξη για τα κριτήρια επιλογής και ουδέν έτερο. Επισημαίνεται συναφώς ότι η χρήση της ως άνω γενικής ένδειξης εκ μέρους της αναθέτουσας αρχής επιτρέπεται μόνο εφόσον η τελευταία έχει δηλώσει ρητά στη σχετική διακήρυξη ή στην πρόσκληση ή στα λοιπά έγγραφα της σύμβασης, ότι οι οικονομικοί φορείς συμπληρώνουν μόνο την ενότητα α “Γενική ένδειξη για όλα τα κριτήρια επιλογής” (βλ. Κατευθυντήρια Οδηγία 23 της ΕΑΑΔΗΣΥ). Αντιθέτως, ως αναλυτικά παρατέθηκε στις αμέσως προηγούμενες σκέψεις της παρούσας, η υπόψη διακήρυξη εμπεριέχει σαφείς όρους και απαιτήσεις ως προς την κάλυψη των κριτηρίων επιλογής τα οποία και θα πρέπει να δηλώνονται στο ΕΕΕΣ από τους συμμετέχοντες, προκειμένου να επιτυγχάνεται η προσήκουσα προαπόδειξη, κατά το στάδιο της υποβολής της προσφοράς. Επομένως, εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι ο αναθέτων φορέας έπρεπε, κατά δέσμια αρμοδιότητα αυτής, να αποκλείσει την προσφορά της παρεμβαίνουσας και της έτερης, δεύτερης στη σειρά μειοδοσίας διαγωνιζόμενης, λόγω παράλειψης προαπόδειξης δια των υποβληθέντων ΕΕΕΣ τους, της πλήρωσης του κριτηρίου του όρου 22Γ της οικείας διακήρυξης.
ΣΤΕ/3719/2011
Προμήθεια διαφόρων ραμμάτων(...)Ενόψει του περιεχομένου της ανωτέρω αιτιολογίας, ο προβαλλόμενος λόγος, με τον οποίο η αιτούσα περιορίζεται στο να επαναλάβει τις προβληθείσες με την προδικαστική της προσφυγή ενώπιον της αναθέτουσας αρχής αιτιάσεις κατά της ένδικης απαίτησης της διακήρυξης, χωρίς, πάντως, να πλήσσει, περαιτέρω, την ως άνω αιτιολογία, μολονότι είχε εγκαίρως λάβει γνώση της προσβαλλόμενης πράξης, όπως, άλλωστε, προκύπτει και απ’ το υπ’ αριθμ. 1034/12-2-2007 έγγραφο της αναθέτουσας αρχής είναι προεχόντως για το λόγο αυτό απορριπτέος ως αβάσιμος (βλ. ΕΑ 208/2011, 1091/2010). Τούτο δε, ανεξαρτήτως της αοριστίας του λόγου, κατά το μέρος που προβάλλεται ότι η απαίτηση να προσφερθούν βελόνες μαύρου χρώματος συνιστά ειδική προδιαγραφή που δεν υφίσταται στις Κοινές Προδιαγραφές του Υπουργείου Ανάπτυξης ή στην Ευρωπαϊκή Φαρμακοποιία, δεδομένου ότι με την κρινόμενη αίτηση δεν γίνεται συγκεκριμένη και τεκμηριωμένη επίκληση των κανόνων της Ευρωπαϊκής Φαρμακοποιίας ή των Κοινών Προδιαγραφών του Υπουργείου Ανάπτυξης που παραβιάζονται εξαιτίας της πληττόμενης αυτής απαίτησης (πρβλ. ΕΑ 1091, 961, 429/2010, 603/2009). Εξάλλου, ούτε το γεγονός της ταύτισης των πληττόμενων προδιαγραφών με ορισμένα προϊόντα, αρκεί για να θεωρηθεί ότι οι προβλέψεις αυτές είναι φωτογραφικές (πρβλ. ΕΑ 1140, 1024-1025/2010, 836/2010, 201/2007), ούτε από μόνη την αναφορά σε τεχνική προδιαγραφή διακήρυξης ένδειξης που υπάρχει σε διαφημιστικό φυλλάδιο εταιρίας, όπως εν προκειμένω όπου, όπως διατείνεται η αιτούσα, η ένδειξη ”………….” απαντάται σε διαφημιστικά φυλλάδια της εταιρίας ……………….., μπορεί να συναχθεί ότι η διακήρυξη φωτογραφίζει προϊόντα της εταιρίας αυτής (πρβλ. ΕΑ 429/2010). Συνεπώς, ο προβαλλόμενος λόγος περί του φωτογραφικού χαρακτήρα της πληττόμενης τεχνικής προδιαγραφής είναι εν πάση περιπτώσει απορριπτέος ως αβάσιμος. Τούτο δε επιρρωνύεται και απ’ τα σχετικώς διαλαμβανόμενα στην υπ’ αριθμ. 33/2/4.2.2009 απόφαση του ΔΣ του καθ’ ου νοσοκομείου, που απέρριψε την προδικαστική προσφυγή της αιτούσης με την οποία είχε προβάλει αιτιάσεις σε σχέση με τον αποκλεισμό της τεχνικής της προσφοράς της, μεταξύ άλλων, και για την ένδικη κατηγορία ραμμάτων κατ’ επίκληση της πληττόμενης εν προκειμένω τεχνικής προδιαγραφής, σύμφωνα με τα οποία «Η χρήση του όρου …………. προφανώς έγινε εκ παραδρομής και συνήθειας αφού οι μόνες μαύρες βελόνες που κυκλοφόρησαν για πρώτη φορά στο εμπόριο από οποιαδήποτε εταιρεία λέγονταν ……….…»
ΕΣ/ΤΜ.ΕΒΔΟΜΟ/1445/2023
Συντήρηση ΕΕΛ Εγκατάστασης Επεξεργασίας Λυμάτων .(...)Επί του λόγου αυτού το Δικαστήριο κρίνει τα εξής: (i) Ο λόγος αυτός προβάλλεται παραδεκτώς μόνον από τον Δήμο Νέας Προποντίδας, καθόσον μόνον αυτός γνωρίζει τον τρόπο με τον οποίο έδρασαν τα αρμόδια όργανά του (ΕλΣυν Τμ. Μειζ.-Επτ. Σύνθ. 1210/2020, Έβδ. Τμ. 1137/2021, 516/2021). (ii) Η νομολογιακώς διαπλασθείσα νομική έννοια της συγγνωστής πλάνης αναγνωρίζεται σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όταν η διαπιστωσθείσα πλημμέλεια κατά τη διαδικασία σύναψης σύμβασης δεν είναι ουσιώδης ή όταν το οικείο κανονιστικό πλαίσιο δεν είναι απολύτως σαφές (ΕλΣυν Ολομ. 182/2022, Τμ. Μειζ.-Επτ. Σύνθεσης 1264/2019, Έβδ. Τμ. 513/2021, 2646/2020). Και (iii) Εν προκειμένω, το κανονιστικό πλαίσιο επιτρέπει στους αναθέτοντες φορείς να ζητούν την παροχή πληροφοριών από τους οικονομικούς φορείς σχετικά με την αναλογία στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού τους, με συνέπεια η θέσπιση αυτού του όρου, καθεαυτή, να είναι νόμιμη, υπό την προϋπόθεση ότι οι τεθέντες όροι τελούν σε σχέση αναλογίας με το οικονομικό αντικείμενο της σύμβασης. Όμως, ο Δήμος Νέας Προποντίδας δεν απέδειξε ούτε ενώπιον του Κλιμακίου, καίτοι κλήθηκε προς τούτο, με την 375/2023 πράξη του, ούτε ενώπιον του παρόντος Τμήματος ότι η απαίτηση περί ύπαρξης κατά τα έτη 2019, 2020 και 2021 διπλάσιας ρευστότητας σε σχέση με τις βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις που πρόκειται να πληρωθούν την τρέχουσα και την επόμενη χρήση, τελεί σε εύλογη αναλογία με το αντικείμενο της σύμβασης, ενόψει και των λοιπών απαιτήσεων χρηματοοικονομικής επάρκειας περί ελάχιστου γενικού κύκλου εργασιών, κατά τα ίδια έτη, ίσου ή μεγαλύτερου ποσοστού 100% του προϋπολογισμού μελέτης. Συνεπώς, συγγνωστή πλάνη ως προς το οικείο κανονιστικό πλαίσιο δεν υφίσταται. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει οι κρινόμενες προσφυγές να απορριφθούν, να διαταχθεί η κατάπτωση υπέρ του Δημοσίου του καταθέντος από την εταιρεία «..» παραβόλου (άρθρο 336 παρ.1 σε συνδυασμό με το άρθρο 310 παρ. 1 του ν. 4700/2020) και να μην ανακληθεί η 476/2023 πράξη του Ζ΄ Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
ΕΣ/ΚΛ.Ε/182/2017
Κατασκευή-συντήρηση δρόμων..Mε τα δεδομένα αυτά, το Κλιμάκιο κρίνει ότι ορθώς κατακυρώθηκε το αποτέλεσμα του διενεργηθέντος διαγωνισμού στην αναδειχθείσα ως προσωρινή μειοδότρια εργοληπτική επιχείρηση «…». Όσον αφορά, δε, την ένσταση της Κ/ξίας «…», με την οποία ζητήθηκε η ανάκληση της κατακυρωτικής αποφάσεως, λόγω συνδρομής στο πρόσωπο της αναδόχου των αναφερομένων στην ένσταση λόγων αποκλεισμού, το Κλιμάκιο κρίνει τα εξής:α) Σύμφωνα με τις προδιαληφθείσες διατάξεις των άρθρων 23.3 περ. [ε] και [στ] της διακηρύξεως, για την απόδειξη της μη συνδρομής των λόγων αποκλεισμού που αναφέρονται στις περιπτώσεις α΄ και γ-θ της παραγράφου Α.4, καθώς και στην παράγραφο Α.9 του άρθρου 22, οι διαγωνιζόμενοι όφειλαν να προσκομίσουν «υπεύθυνη δήλωση ενώπιον αρμόδιας δικαστικής ή διοικητικής αρχής, συμβολαιογράφου ή αρμόδιου επαγγελματικού ή εμπορικού οργανισμού του κράτους – μέλους ή της χώρας καταγωγής ή της χώρας εγκατάστασης του προσφέροντος» ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπό τους οι οριζόμενοι λόγοι αποκλεισμού, καθώς και ότι δεν έχει εκδοθεί εις βάρος τους απόφαση αποκλεισμού, σύμφωνα με το άρθρο 74 του ν. 4412/2016. Η ανωτέρω, όμως, διατύπωση της διακηρύξεως και ειδικότερα η φράση «ενώπιον αρμόδιας δικαστικής ή διοικητικής αρχής (…)», κρίνεται ασαφής και δυνάμενη να δημιουργήσει σύγχυση στους διαγωνιζομένους, καθόσον, πλην της περιπτώσεως συντάξεως δηλώσεως ενώπιον συμβολαιογράφου, δεν προβλέπεται στην εθνική νομοθεσία διαδικασία συντάξεως υπεύθυνης δηλώσεως «ενώπιον δικαστικής ή διοικητικής αρχής». Η μόνη προβλεπόμενη συναφής δυνατότητα είναι η υπογραφή συνταχθείσας υπεύθυνης δηλώσεως ενώπιον δημόσιας αρχής και η θεώρηση του γνησίου της υπογραφής του δηλούντος από όργανο της εν λόγω αρχής. Συνεπώς, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων της διακηρύξεως, οι υπεύθυνες δηλώσεις που όφειλαν να προσκομίσουν οι διαγωνιζόμενοι έπρεπε να φέρουν βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του δηλούντος από δικαστική, διοικητική αρχή, συμβολαιογράφο κλπ.. Ωστόσο, η απαίτηση αυτή όφειλε να έχει διατυπωθεί ρητώς από την αναθέτουσα αρχή στα οικεία άρθρα της διακηρύξεως με τη χρήση του όρου «βεβαίωση/θεώρηση του γνησίου της υπογραφής», αντί της χρήσεως του όρου «ενώπιον αρμόδιας δικαστικής ή διοικητικής αρχής κλπ», η οποία δύναται να εκληφθεί και ως έχουσα την έννοια ότι η υπεύθυνη δήλωση οφείλει να απευθύνεται σε δικαστική ή διοικητική αρχή κλπ. (βλ. και άρθρο 8 παρ. 1 του ν. 1599/1986, το οποίο ορίζει ότι «Γεγονότα ή στοιχεία που δεν αποδεικνύονται με το δελτίο ταυτότητας ή τα αντίστοιχα έγγραφα (…), μπορεί να αποδεικνύονται ενώπιον κάθε αρχής ή υπηρεσίας του δημόσιου τομέα με υπεύθυνη δήλωση (…)»). Άλλωστε, η κατά τα ανωτέρω δυνατότητα συγχύσεως προκύπτει στην προκειμένη περίπτωση και από το γεγονός ότι τόσο η αναδειχθείσα ως ανάδοχος εργοληπτική επιχείρηση, όσο και η αναθέτουσα αρχή (τόσο στο στάδιο της αξιολογήσεως των προσφορών, όσο και κατά την εξέταση της ενστάσεως), απέδωσαν στην κρίσιμη διάταξη της διακηρύξεως την ανωτέρω εσφαλμένη έννοια. Εξάλλου, ο όρος «βεβαίωση/θεώρηση του γνησίου της υπογραφής» είναι αυτός που χρησιμοποιείται από τον νομοθέτη στο άρθρο 11 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν. 2690/1999, ΦΕΚ Α΄ 45), αλλά και αυτός που εχρησιμοποιείτο στα προϊσχύσαντα αναθεωρημένα πρότυπα τεύχη διακηρύξεων συμβάσεων δημοσίων έργων τύπου Α και Β (βλ. ΦΕΚ Β΄ 664/21.4.2015 υποσημ. 45 για διακηρύξεις τύπου Α΄ και υποσημ. 47 για διακηρύξεις τύπου Β΄). Κατόπιν τούτων, το Κλιμάκιο κρίνει ότι η κατά τα ανωτέρω ασάφεια του σχετικού όρου της διακηρύξεως δεν δύναται να αποβεί εις βάρος των διαγωνιζομένων γενικώς και ειδικότερα εις βάρος της ανακηρυχθείσας ως αναδόχου (βλ. ανωτέρω σκ. IV.Γ, πρβλ. ΣτΕ 1725/2010, Ε.Α. ΣτΕ 22/2017, 82/2016, ΔΕφΘεσ/νίκης 785/2014, 98/2011). Επομένως, ορθώς, αν και με διάφορη αιτιολογία, κρίθηκε από την αναθέτουσα αρχή ότι η παράλειψη της αναδόχου να προσκομίσει υπεύθυνες δηλώσεις με θεώρηση του γνησίου της υπογραφής του νομίμου εκπροσώπου της από δημόσια αρχή δεν συνιστούσε λόγο αποκλεισμού αυτής.(...)Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, το Κλιμάκιο κρίνει ότι δεν κωλύεται η υπογραφή του υποβληθέντος προς έλεγχο σχεδίου συμβάσεως, το οποίο επισυνάπτεται στην παρούσα πράξη και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος αυτής
ΕΣ/ΚΛ.ΣΤ/101/2024
ΜΕΙΚΤΗ ΣΥΜΒΑΣΗ «Εγκατάσταση Συστήματος Ελέγχου Διαρροών (τηλε-ελέγχου/τηλεχειρισμου) στα Υφιστάμενα Δίκτυα Ύδρευσης και Δράσεις Α.Π.Ε, της Δ.Ε.Υ.Α. ...» (...)Ειδικότερα, ο εντοπισμός του κυρίου αντικειμένου μιας μεικτής σύμβασης γίνεται πάντοτε κατά περίπτωση με βάση τις συγκεκριμένες τεχνικές προδιαγραφές και την ανάλυση των απαιτούμενων κάθε φορά εργασιών και εν γένει συμβατικών υποχρεώσεων του υποψήφιου αναδόχου που αποτυπώνονται στα τεύχη της οικείας διακήρυξης, χωρίς ο προσδιορισμός του κύριου αντικειμένου της μεικτής σύμβασης που δίνεται από τον αναθέτοντα φορέα στα έγγραφα της σύμβασης να είναι δεσμευτικός για το Δικαστήριο.(...)Από τον συνδυασμό των διατάξεων που παρατέθηκαν στην προηγούμενη σκέψη συνάγεται ότι αποκλειστικώς επί των τιμολογίων που εκδίδονται από εργολήπτες-αναδόχους στο πλαίσιο εκτέλεσης δημοσίων συμβάσεων τεχνικών έργων επί ακινήτων, υπόχρεος για την απόδοση του Φ.Π.Α. δεν είναι ο εκδότης αλλά ο λήπτης του οικείου τιμολογίου (αντιστροφή της σχετικής υποχρέωσης), δηλαδή η οικεία αναθέτουσα Αρχή ή ο οικείος αναθέτων φορέας ή ο κύριος του οικείου έργου, σε περίπτωση που δεν έχει αναθέσει αυτός, παρότι είναι αναθέτουσα Αρχή ή αναθέτων φορέας, τη σχετική δημόσια σύμβαση αλλά άλλη αναθέτουσα Αρχή ή άλλος αναθέτων φορέας, πραγματοποιεί, όμως, τις σχετικές πληρωμές, βάσει σχετικού όρου σύμβασης, όπως προγραμματικής σύμβασης μεταξύ αυτού (κυρίου του έργου) και της Αρχής ή του φορέα που το έχει αναθέσει για λογαριασμό του.(...)Το αντικείμενο της ελεγχόμενης σύμβασης, σύμφωνα τα εκτεθέντα στις σκέψεις 2, 3 και 14 της παρούσας, είναι μεικτό και περιλαμβάνει έργο, προμήθεια και υπηρεσία. Περαιτέρω, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτει ότι το κύριο αντικείμενο της ελεγχόμενης σύμβασης, δηλαδή ο κεντρικός άξονας γύρω από τον οποίο διαρθρώνεται όλη η σύμβαση και προσδιορίζεται στο πλαίσιο της αντικειμενικής εξέτασής της, είναι η προμήθεια και εγκατάσταση εξοπλισμού για τον εξ αποστάσεως έλεγχο και χειρισμό του δικτύου ύδρευσης (...) Περαιτέρω, δοθέντος ότι το κύριο αντικείμενο της σύμβασης είναι η προμήθεια και εγκατάσταση των ανωτέρω ειδών, μη νομίμως, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στη σκέψη 3 της παρούσας, δημοπρατήθηκε η σύμβαση ως έργο. Για τον ίδιο δε λόγο, α) μη νομίμως και κατά παράβαση των αρχών του ελεύθερου και ανόθευτου ανταγωνισμού περιορίσθηκε ο κύκλος των δικαιούμενων συμμετοχής στους οικονομικούς φορείς που είναι εγγεγραμμένοι στην αντίστοιχη κατηγορία έργων του Μητρώου Εργοληπτικών Επιχειρήσεων, οι οποίοι δεν πρέπει να υπερβαίνουν το ανώτατο όριο ανεκτέλεστου υπολοίπου συμβάσεων δημοσίων έργων (βλ. σκ. 4 της παρούσας), β) μη νομίμως επιβαρύνθηκε το σύνολο του αντικειμένου της σύμβασης με γενικά έξοδα και εργολαβικό όφελος, απρόβλεπτα και αναθεώρηση (βλ. σκ. 4 της παρούσας), γ) μη νομίμως δεν τηρήθηκε η υποχρέωσης διαβίβασης στην Υπηρεσία Εκδόσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης για δημοσίευση της προκήρυξης της σύμβασης, αν και η εκτιμώμενη, χωρίς Φ.Π.Α., αξία της σύμβασης υπερβαίνει το ποσό των 431.000 ευρώ (βλ. σκ. 5 της παρούσας) και δ) μη νομίμως προβλέφθηκε αντιστροφή της υποχρέωσης απόδοσης του Φ.Π.Α. από την εκδότρια των οικείων τιμολογίων ανάδοχο εταιρεία στην λήπτριά τους, ήτοι στην ως άνω Δ.Ε.Υ.Α.(...) Περαιτέρω, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στη σκέψη 8 της παρούσας, μη νομίμως η από 22.4.2021 προγραμματική σύμβαση μεταξύ της Δ.Ε.Υ.Α. Ηράκλειας και του Δήμου Ηράκλειας δεν υποβλήθηκε στο Ελεγκτικό Συνέδριο πριν από την υπογραφή της για τη διενέργεια του σχετικού ελέγχου νομιμότητας, αφού ο προϋπολογισμός της, χωρίς τον Φ.Π.Α., όπως ρητώς προσδιοριζόταν στο άρθρο 3 αυτής, ανερχόταν σε 2.955.645,16 ευρώ και, επομένως, υπαγόταν στην αρμοδιότητα του παρόντος Κλιμακίου (...) Για τους λόγους αυτούς Αποφαίνεται ότι κωλύεται η υπογραφή του υποβληθέντος σχεδίου σύμβασης
ΕλΣυν.Τμ.Μείζ-Επταμελούς Σύνθεσης/2448/2012
Προμήθεια αντιδραστηρίων (...) Αναθεώρηση της 1503/2012 απόφασης του VI Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου και αίτηση ανάκλησης της 28/2012 πράξης του ΣΤ΄ Κλιμακίου του Ελεγκτικού ΣυνεδρίουΜε τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στις προηγούμενες σκέψεις, το Τμήμα κρίνει ότι δεν προκλήθηκε νόθευση του ελεύθερου και υγιούς ανταγωνισμού, ούτε παραβιάστηκε η αρχή της διαφάνειας και της ίσης μεταχείρισης των διαγωνιζόμενων με τη μη δημοσίευση στην περίληψη της διακήρυξης στην ΕΕΕΕ του όρου περί δυνατότητας της αναθέτουσας αρχής να παρατείνει το χρόνο ισχύος της σύμβασης μονομερώς για ένα (1) έτος. Τούτο, διότι ο σκοπός των ανωτέρω κανόνων δημοσιότητας, που είναι η ανάπτυξη πραγματικού και υγιούς ανταγωνισμού σε κοινοτικό επίπεδο με την όσο το δυνατόν ευρύτερη γνωστοποίηση του διαγωνισμού, επιτεύχθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση μέσω της νομότυπης δημοσίευσης της διακήρυξης του διαγωνισμού και κατ’ αποτέλεσμα (μέσω) της δυνατότητας κάθε ενδιαφερομένου να ανατρέξει στο σώμα της διακήρυξης, που περιείχε τον σχετικό όρο περί δυνατότητας παράτασης της ισχύος της σύμβασης για ένα (1) έτος. Περαιτέρω, ορθώς το VI Τμήμα, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αποφάνθηκε ότι δεν είχε προσδιοριστεί η προϋπολογισθείσα δαπάνη κάθε προκηρυσσόμενου είδους. Ως εκ τούτου ήταν ανέφικτος αφενός μεν ο έλεγχος τόσο της νομιμότητας των προσφερθεισών τιμών καθώς και των τιμών κατακύρωσης, ως προς την τήρηση της προϋπόθεσης της μη υπέρβασης της προϋπολογισθείσας για κάθε είδος δαπάνης, κατά ποσοστό ανώτερο του 10%, αφετέρου δε ο υπολογισμός και έλεγχος του νόμιμου ύψους των κατατεθεισών εγγυητικών επιστολών κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 3 του ν. 2955/2001 και 2 του π.δ/τος 118/2007. Τέλος, μη νομίμως το αιτούν ν.π.δ.δ. προέβη σε μείωση των ζητούμενων ποσοτήτων προκειμένου να μη σημειωθεί υπέρβαση της συνολικής προϋπολογισθείσας δαπάνης. Παρά ταύτα, ενόψει της πεποίθησης της αναθέτουσας αρχής ότι είχε τη δυνατότητα να προκηρύξει τον ελεγχόμενο διαγωνισμό με ενιαία προϋπολογισθείσα δαπάνη, σε συνδυασμό με τη σπουδαιότητα της ελεγχόμενης προμήθειας, δεδομένου ότι το αιτούν Νοσοκομείο καλύπτει τις ανάγκες, ως προς το εν λόγω υλικό, μιας μεγάλης γεωγραφικής περιφέρειας (Σποράδες Νήσους, Πήλιο και ολόκληρη την ηπειρωτική ενδοχώρα του Νομού Μαγνησίας), το Τμήμα άγεται, κατά πλειοψηφία, στην κρίση, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου αναθεώρησης, ότι τα όργανα του αιτούντος χωρίς πρόθεση καταστρατήγησης των οικείων διατάξεων σχημάτισαν την πεπλανημένη, πλην όμως συγγνωστή, πεποίθηση ότι δεν απαιτείτο να προσδιορίσουν την προϋπολογισθείσα δαπάνη ανά προσφερόμενο είδος. Κατά τη γνώμη όμως των Συμβούλων, …. και …, αίτηση αναθεώρησης κατά των αποφάσεων του VI Τμήματος, που δικάζει τις αιτήσεις ανάκλησης κατά των πράξεων των Κλιμακίων που εκδίδονται στο πλαίσιο της αρμοδιότητάς τους για την άσκηση του προσυμβατικού ελέγχου των δημοσίων συμβάσεων, επιτρέπεται μόνο για τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 19Α του π.δ. 774/1980, όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 14 του ν. 3932/2011, στους οποίους δεν περιλαμβάνεται η συγγνωστή νομική πλάνη των αρμοδίων οργάνων του αναθέτοντος φορέα. Ούτε, άλλωστε, θα μπορούσε η συγγνωστή νομική πλάνη να συνιστά λόγο αναθεώρησης, δεδομένου ότι ο έλεγχος της νομιμότητας των δημοσίων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών, που ασκείται κατά το άρθρο 98 παρ. 1 περ. β΄ του Συντάγματος από το Ελεγκτικό Συνέδριο, πριν από τη σύναψή τους, σύμφωνα με τις διατάξεις του Οργανισμού του, αποβλέπει στη διαπίστωση της αντικειμενικής νομιμότητάς τους, της τήρησης δηλαδή των κοινοτικών και εθνικών κανόνων και διαδικασιών που έχουν θεσπιστεί για την ανάθεσή τους, χωρίς να ενδιαφέρει η υποκειμενική στάση και συμπεριφορά των αρμοδίων οργάνων του αναθέτοντος φορέα, εάν δηλαδή είχαν πρόθεση καταστρατήγησης των οικείων διατάξεων ή αν η παραβίασή τους οφείλεται σε παρερμηνεία, έστω και συγγνωστή, ως προς την έννοια των εφαρμοστέων διατάξεων. Ακολούθως, κατά τη γνώμη αυτή της μειοψηφίας, η επικαλούμενη συγγνωστή πλάνη των αρμοδίων οργάνων της αναθέτουσας αρχής, ως λόγος για την αναθεώρηση της προσβαλλόμενης απόφαση, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.(...)Αναθεωρεί την 1503/2012 απόφαση του VI Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου και ανακαλεί την 28/2012 πράξη του ΣΤ΄ Κλιμακίου αυτού.