2/82396/Α0024/1999
Τύπος: ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ
Διαδικασία εξόφλησης από τις Δ.Ο.Υ. καταστάσεων για πληρωμές αποδοχών που δεν πληρώθηκαν μέσω Τραπεζών, καταστάσεων κατασχέσεων επιστροφών και καταστάσεων για την πληρωμή διατροφών. Δημιουργία καθορισμός κίνησης αυτών
Αντικ. από την Αριθμ. ΕΑΠ2002217ΕΞ2015 -ΦΕΚ Β 2922/31.12.2015
Ιστορικό Αναθεωρήσεων (Πιλοτική Εφαρμογή)
Σχετικά Έγγραφα
ΕΣ/Γ΄ ΕΛΑΣΣΟΝΑ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ/507/2024
Με τα δεδομένα αυτά το Δικαστήριο κρίνει ότι η αναιρεσείουσα, υπό την ιδιότητά της ως αναπληρώτρια του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Ταμειακής Υπηρεσίας του Δήμου, υπείχε κατά νόμο (άρθρο 48 του β.δ. της 17.5/15.6.1959, Α΄ 114) - ως ενεργούσα υπ’ ευθύνη της τις πληρωμές των δημοτικών δαπανών διά των αρμοδίων διαχειριστικών οργάνων - προσωπική, ανεξάρτητη και αυτοτελή ευθύνη από την τυχόν ευθύνη άλλων προσώπων για τη δημιουργία του ελλείμματος. H ως άνω, όπως ορθά δέχθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη, λόγω της ιδιότητάς της, όφειλε και μπορούσε να γνωρίζει ότι οι επίμαχες δαπάνες δεν επιτρέπεται να εκταμιευτούν χωρίς ΧΕ και τα δικαιολογητικά που πρέπει να τα συνοδεύουν, η αμελής δε συμπεριφορά της συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του επίμαχου ελλείμματος, παρά τα όσα αβάσιμα η ίδια ισχυρίζεται. Επομένως, η σχετική εντολή του Αντιδημάρχου Οικονομικών προς εξόφληση δαπανών χωρίς την έκδοση χρηματικών ενταλμάτων, δεν απάλλασσε την αναιρεσείουσα από τον έλεγχο των νομίμων προϋποθέσεων για τη σύννομη πληρωμή δαπανών, ενώ η τυχόν ευθύνη άλλων προσώπων για τη δημιουργία του ελλείμματος δεν ήρε την εκ του νόμου ιδία αυτής ευθύνη.
ΕλΣυν.Τμ.7/310/2018
ΕΛΛΕΙΜΜΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΔΗΜΟΥ:Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στη μείζονα σκέψη της παρούσας, το Τμήμα κρίνει ότι ο εκκαλών δεν ευθύνεται για την αποκατάσταση του ελλείμματος που αντιστοιχεί στις δαπάνες που πληρώθηκαν με τα επίμαχα χρηματικά εντάλματα του Δήμου .., καθόσον δεν βαρύνεται με οιασδήποτε μορφής υπαιτιότητα ως προς τη δημιουργία του, όπως βασίμως προβάλλεται και με την υπό κρίση έφεση. Ειδικότερα, ο εκκαλών προέβη στην εκκαθάριση των δαπανών για την πληρωμή των επίμαχων έργων, τα οποία είχαν ανατεθεί και ήδη βεβαιωθεί ως προσηκόντως παραληφθέντα, με επιμέλεια των αρμόδιων οργάνων της προηγούμενης Δημοτικής Αρχής, καθώς και στην υπογραφή των σχετικών χρηματικών ενταλμάτων, δεδομένου ότι στα εντάλματα αυτά είχαν επισυναφθεί όλα τα νόμιμα δικαιολογητικά, όπως οι ανωτέρω αποφάσεις της Δημαρχιακής Επιτροπής περί (απευθείας) ανάθεσης των έργων, οι οικείες συμβάσεις, οι βεβαιώσεις καλής εκτέλεσης της ορισθείσας προς τούτο Επιτροπής Παραλαβής, τα σχετικά τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, οι αποφάσεις της Δημαρχιακής Επιτροπής περί ψήφισης ισόποσων πιστώσεων, καθώς και οι απαιτούμενες βεβαιώσεις Ι.Κ.Α. και Δ.Ο.Υ.. Για τον λόγο αυτόν, άλλωστε, οι εν λόγω δαπάνες αρχικά είχαν θεωρηθεί νόμιμες και κανονικές και από την αρμόδια Επίτροπο του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Περαιτέρω, για τη διάγνωση τυχόν υπαιτιότητας στη διαχειριστική συμπεριφορά του εκκαλούντος δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη το από 27.5.2010 έγγραφο της Διεύθυνσης Ελέγχου Κατασκευής Έργων της Περιφέρειας …, με το οποίο και αποδείχθηκε ότι τα συγκεκριμένα έργα που πληρώθηκαν με τα ως άνω, εκδοθέντα στις 19.9.2007 τα δύο πρώτα και στις 24.7.2008 το τρίτο, χρηματικά εντάλματα, δεν είχαν εκτελεσθεί, διότι το στοιχείο αυτό συντάχθηκε και περιήλθε σε γνώση του σε χρόνο πολύ μεταγενέστερο της πληρωμής. Επιπλέον, τα επίμαχα έργα δεν συμπεριλαμβάνονταν στο από 21.12.2007 πόρισμα του δειγματοληπτικού ελέγχου που διενήργησε η συγκροτηθείσα, κατόπιν πρότασης του ίδιου του εκκαλούντος, Επιτροπή του Δήμου.(..)Κατόπιν αυτών, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου έφεσης, η προσβαλλόμενη πράξη παρίσταται νομικώς πλημμελής και, ως εκ τούτου, ακυρωτέα ως προς τον εκκαλούντα.
ΕλΣυν/Τμ.5/4/2011
Καθυστέρηση πληρωμών από ανάδοχο Δημ.Εργου.Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στη σκέψη ΙΙ της παρούσας, μη νομίμως έλαβαν χώρα οι πληρωμές στο προσωπικό του αναδόχου του επίμαχου έργου από τον προϋπολογισμό δημοσίων επενδύσεων, σύμφωνα με τον βασίμως προβαλλόμενο από την Επίτροπο λόγο διαφωνίας και την ορθή επισήμανση της Υ.Δ.Ε. Ν. Λάρισας στο 4475,5155,5156/15.1.2010 έγγραφο επιστροφής δικαιολογητικών προς την Ε.Υ.Δ.Ε. Κάρλας. Τούτο δε διότι πέραν των προβλεπόμενων στο άρθρο 37 παρ. 9 του ν. 3669/2008 προϋποθέσεων (καθυστέρηση πληρωμών από τον ανάδοχο, κλήση προς αυτόν για εξόφληση των εργαζομένων και γραπτή όχληση αυτών προς την υπηρεσία), πρέπει για την εφαρμογή του εν λόγω άρθρου να συντρέχει σωρευτικά και η προϋπόθεση ύπαρξης ενεργής απαίτησης του αναδόχου του έργου σε βάρος του κυρίου του έργου από εκτελεσθείσες εργασίες. Αυτή δε η απαίτηση πρέπει να αποδεικνύεται με τον οριζόμενο στο άρθρο 53 του ν. 3669/2008 τρόπο, ήτοι βάσει πιστοποιήσεων και λογαριασμών των εργασιών που έχουν εκτελεσθεί. Απορριπτέος, εξάλλου, τυγχάνει ο ισχυρισμός της υπολόγου ότι «το “λαβείν” του εργολάβου είναι συνώνυμο πίστωσης που σημαίνει παροχή δανείου έναντι μελλοντικής ανταπόδοσης» (βλ. το από 16.4.2010 έγγραφο της υπολόγου ....), αφού, όπως προεκτέθηκε, η ύπαρξη οφειλής του κυρίου του έργου προς τον εργολάβο αποδεικνυόμενη από πιστοποιήσεις εκτέλεσης εργασιών, είναι προϋπόθεση για την εφαρμογή των ευεργετικών για τους απασχολούμενους στο έργο προμνησθεισών διατάξεων. Ωστόσο, ενόψει του δυσερμήνευτου των ανωτέρω διατάξεων του άρθρου 37 παρ. 9 του ν. 3669/2008 το οποίο έπρεπε να εφαρμοστεί σε συνδυασμό με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 53 του ίδιου νόμου, καθώς και λόγω της έλλειψης τόσο νομολογίας των Δικαστηρίων επί του επίμαχου νομικού ζητήματος όσο και εγκυκλίων οδηγιών από τη Διοίκηση για την εφαρμογή αυτών, καθώς και εκ του γεγονότος ότι ήδη έχουν ξεκινήσει οι διαδικασίες αναγκαστικής είσπραξης, μέσω της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Β.Ε. Αθηνών, των ποσών που πληρώθηκαν από τον Δημόσιο, με τα επίμαχα Χ.Ε., προς τους εργαζόμενους του εκπτώτου αναδόχου, το Τμήμα κρίνει, ότι, στην προκειμένη περίπτωση, η πληρωμή του προσωπικού του αναδόχου δεν έγινε με σκοπό την καταστρατήγηση των κείμενων διατάξεων, αλλά επειδή τα αρμόδια όργανα της Ε.Υ.Δ.Ε. Κάρλας, τελούσαν σε πλάνη ως προς την έννοια των ως άνω διατάξεων, υπολαμβάνοντας ότι για την εκταμίευση των ως άνω ποσών δεν απαιτούνταν πιστοποιήσεις εργασιών του αναδόχου, η πλάνη τους δε αυτή είναι συγγνωστή. Συνεπώς, τα ελεγχόμενα χρηματικά εντάλματα θα μπορούσαν να θεωρηθούν εάν δεν είχε λήξει το οικονομικό έτος τις πιστώσεις του οποίου βαρύνουν.
ΔΕΦΑΘ 827/2016
Κατάρτιση ανέργων στον κατασκευαστικό κλάδο...Με βάση τον έλεγχο αυτό στα δηλούμενα στοιχεία από την ανάδοχο, την εξέταση των τηρούμενων φακέλων παρακολούθησης του προγράμματος και την εξέταση εμπρόθεσμης ή μη εκπλήρωσης των οικονομικών υποχρεώσεων (βλ. Σχετ. Έκθεση ελέγχου που προαναφέρεται), που νόμιμα έγινε με βάση τα υποβληθέντα στοιχεία χωρίς να είναι αναγκαίο να γίνει επιτόπιος ή άλλος έλεγχος, όπως αβάσιμα υποστηρίζεται, προέκυψαν συγκεκριμένες παρατυπίες ως προς την υποβολή πινάκων καταβολής αμοιβών εκπαιδευτών και επόπτη πρακτικής, καταβολής αμοιβών επιχειρήσεων πρακτικής, καταβολής δαπανών κλπ, υποβολή πινάκων πρόσληψης εκπαιδευόμενων χωρίς πλήρη στοιχεία και υπογραφές, μη προσκόμιση νόμιμων παραστατικών για πληρωμές (τραπεζικά κλπ. στοιχεία), μη προσκόμιση ΑΠΔ για απασχόληση καταρτιζόμενων στις επιχειρήσεις πρακτικής του υποέργου και καθυστέρηση στην καταβολή των εκπαιδευτικών επιδομάτων κατά 8 μήνες ή 7 μήνες ή 13 και 14 μήνες ανάλογα με το πρόγραμμα, όπως αναλυτικά περιγράφονται στην 6η σκέψη) . Η πλημμελής αυτή τήρηση των υποχρεωτικά τηρητέων και παραδοτέων στην αναθέτουσα αρχή στοιχείων οδηγεί, ενόψει του είδους των παρατυπιών και της συχνότητας εμφάνισης τους (σε πολλά και διαφορετικά επί μέρους πεδία των παραδοτέων εντύπων του ένδικου υποέργου) σε αδυναμία παρακολούθησης της ορθής υλοποίησης του ενδικου έργου και τελικά σε αδυναμία πιστοποίησης του, σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης. Ειδικά η απασχόληση και ασφάλιση του 25 % των καταρτισθέντων ανέργων στις συνεργαζόμενες επιχειρήσεις πρακτικής και η καταβολή των αμοιβών των εκπαιδευτών που απασχολήθηκαν στο υποέργο, καθώς και η καταβολή των αμοιβών των επιχειρήσεων πρακτικής άσκησης και των σχετικών δαπανών πρώτων υλών κλπ. αποτελούν, στο πλαίσιο της ένδικης ανάθεσης, σημαντικές υποχρεώσεις της αναδόχου, η τήρηση των οποίων, καθώς και η απόδειξη της τήρησης αυτης με νόμιμα παραστατικά, αποτελεί βασική υποχρέωση της τελευταίας. Την μη έγκαιρη πληρωμή των εκπαιδευτικών επιδομάτων τη δέχεται η προσφεύγουσα στο δικόγραφο της προσφυγής της (βλ. σελ.20 επ.), προσπαθεί δε απλά να τη δικαιολογήσει επικαλούμενη καθυστερήσεις στις πληρωμές της από το Δημόσιο (που πάντως προβάλλονται αόριστα αλλά δεν αποδεικνύονται) . Ομως ανεξάρτητα από τυχόν καθυστέρηση της καταβολής στην ανάδοχο των δόσεων της χρηματοδότησης, η καθυστέρηση στην καταβολή από την προσφεύγουσα των εκπαιδευτικών επιδομάτων διαπιστώθηκε μετά την καταβολή σε αυτήν της β δόσης χρηματοδότησης και υπολογίσθηκε με βάση την καταβολή αυτή, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 5.3.2 της σύμβασης (δηλαδή σύμφωνα με τη συμβατική υποχρέωση για καταβολή τους εντός δύο μηνών από τη λήξη του εκπαιδευτικού μέρους κάθε προγράμματος κατάρτισης και πάντως μετά την καταβολή της β δόσης). Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε με την τήρηση νόμιμων παραστατικών στοιχείων η απασχόληση του 25% των ανέργων σε συνεργαζόμενες επιχειρήσεις πρακτικής, και μάλιστα για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, με την προβλεπόμενη αμοιβή και ασφαλιστική και φορολογική τακτοποίηση, σύμφωνα με τη συμβατική της υποχρέωση, γεγονότα που έπρεπε να προκύπτουν από συγκεκριμένα στοιχεία των φακέλων παρακολούθησης του έργου (προγράμματος κατάρτισης) και δεν υπήρχε υποχρέωση της αναθέτουσας αρχής να τα ζητήσει εκ των υστέρων, ενώ προφανώς δεν υπήρχαν αφού δεν προσκομίσθηκαν ούτε και με την υποβολή των αντιρρήσεων.. Όμως, πρέπει να σημειωθεί ότι ακόμη και σήμερα δεν προκύπτει, με βάση αποσπασματικά στοιχεία που προσκομίζονται, κατά τα προαναφερόμενα, στο δικαστήριο, η πλήρης και πιστή τήρηση των προβλέψεων της ένδικης σύμβασης. Αυτό γιατί ούτε η κατάσταση ονομάτων που ενσωματώνει στην προσφυγή της η προσφεύγουσα αποτελεί απόδειξη πραγματοποίησης πρακτικής άσκησης συγκεκριμένων ατόμων, ούτε όμως μεμονωμένα αντίγραφα ΑΠΔ, που αναφέρονται σε απασχόληση συγκεκριμένων προσώπων σε συγκεκριμένη επιχείρηση, αποδεικνύουν ότι πράγματι στα άτομα αυτά, ανεξάρτητα από ενδεχόμενη απασχόληση τους, καταβλήθηκαν οι νόμιμες αμοιβές κλπ. ασφαλιστικές υποχρεώσεις, όπως απαιτείται από τη σύμβαση. Αντίστοιχες διαπιστώσεις και παρατυπίες υπήρξαν στην καταβολή σχετικού προσαυξημένου επιδόματος για άτομα που παραπέμφθηκαν από τον ΟΑΕΔ ως ΕΚΟ, που τελικά, όπως περιγράφεται συγκεκριμένα στο δικόγραφο της προσφυγής, πληρώθηκαν καθυστερημένα κατά τα έτη 2009 και 2010. Οσα προβάλλονται από την προσφεύγουσα για ασάφεια και σύγχυση σχετικά με τα άτομα που δικαιούνταν το εν λόγω προσαυξημένο επίδομα προβάλλονται αόριστα και, πάντως, αναπόδεικτα, ενώ προφανώς δεν είχε η προσφεύγουσα την ευχέρεια να κρίνει ποια άτομα υπάγονται σε κατηγορία ΕΚΟ και ποια όχι. Ενόψει της αντισυμβατικής αυτής συμπεριφοράς της προσφεύγουσας, δηλαδή της πλημμελούς τήρησης των υποχρεώσεων της και των στοιχείων που απαιτούνταν για την πιστοποίηση της καταβολής των αμοιβών των πιο πάνω προσώπων (εκπαιδευτών και επιχειρήσεων πρακτικής), την απασχόληση των ανέργων (και την πληρωμή τους) και μάλιστα στο ύψος ημερομισθίων και χρονική διάρκεια που προβλέπει η σύμβαση, γεγονότα που συνιστούν παραβίαση των άρθρων 5, 6 και 8 της σύμβασης, και δημιουργούν, λόγω της σοβαρότητας τους, αντικειμενική αδυναμία πιστοποίησης της ολοκλήρωσης του ένδικου έργου και αδυναμία παραλαβής του, ορθά και νόμιμα, με βάση τις προβλέψεις της ένδικης σύμβασης έγινε καταγγελία αυτής, κατ` εφαρμογή του άρθρου 10.3.4. α και γ, περαιτέρω δε αποφασίσθηκε η κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής καλής εκτέλεσης και αποφασίσθηκε η ανάκτηση ως αχρεωστήτως καταβληθέντος του ποσού των καταβληθέντων στην ανάδοχο α και β δόσεων χρηματοδότησης, ύψους 587.520 ευρώ. Ολοι οι αντίθετοι ισχυρισμοί που προβάλλονται ως προς τα ζητήματα αυτά από την προσφεύγουσα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, μαζί με τον ισχυρισμό για παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας ή για προσβολή του δικαιώματος στην περιουσία ή για τη δυνατότητα επιβολής ηπιότερων μέτρων. Αυτό γιατί, στην ένδικη σύμβαση, προκειμένου να διασφαλισθεί η ορθή υλοποίηση των προγραμμάτων που είχαν ανατεθεί - και που ήταν σημαντικού οικονομικού αντικειμένου - και, επομένως, η ορθή διαχείριση των εθνικών και κοινοτικών πόρων, προβλέφθηκε διενέργεια ελέγχων σε όλα τα στάδια των υποέργων, τήρηση αυστηρών διαδικασιών παρακολούθησης και ελέγχου από την προετοιμασία εως την ολοκλήρωση τους, που συνεπάγεται και την εξόφληση τους, καθώς και η πλήρης αιτιολόγηση όλων των δαπανών που θεωρούνται ως επιλέξιμες.(...)Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η κρινόμενη προσφυγή ως αβάσιμη και να καταπέσει το καταβληθέν παράβολο υπέρ του δημοσίου. Περαιτέρω, το Δικαστήριο κρίνει, κατ΄εκτίμηση των περιστάσεων, ότι πρέπει να απαλλαγεί η προσφεύγουσα από τα δικαστικά έξοδα. (άρθρ. 275 του ΚΔΔ).
ΕΣ/ΤΜ.6/1276/2016
ΚΑΤΑΛΟΓΙΣΜΟΙ:Υπό τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά και τις νομικές παραδοχές της αρχικής, επί της υπό κρίση έφεσης, 230/2009 απόφασης του Τμήματος, οι οποίες δεν ανατράπηκαν με την πιο πάνω 1806/2014 απόφαση της Ολομέλειας, το Τμήμα κρίνει ότι η εκκαλούσα, η οποία είχε οριστεί αναπληρώτρια ελεγκτής εξόδων Ο.Τ.Α., εγκρίνοντας την εξόφληση του 21/1994 χρηματικού εντάλματος (το οποίο, σύμφωνα με τη γραφολογική εξέταση που διενεργήθηκε, έφερε την υπογραφή της), διενήργησε πράξη διαχείρισης επί των χρημάτων της Κοινότητας, το πραγματικό δε αυτό γεγονός της προσέδωσε την ιδιότητα της υπολόγου και την, εντεύθεν, δημοσιονομική πλέον ευθύνη της προς αποκατάσταση του ελλείμματος, που προκλήθηκε από την εν λόγω διαχειριστική δράση της. Εξάλλου, η εκκαλούσα, κατά τη διενέργεια της εν λόγω διαχειριστικής πράξης (έγκριση εξόφλησης του 21/1994 Χ.Ε.), δεν επέδειξε την απαιτούμενη εκ της ιδιότητάς της επιμέλεια, αφού δεν προέβη, ως όφειλε, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, σε έλεγχο νομιμότητας και πληρότητας των δικαιολογητικών του επίμαχου χρηματικού εντάλματος και, συνεπώς, ο προβαλλόμενος λόγος έφεσης περί έλλειψης οποιασδήποτε υπαιτιότητας στο πρόσωπό της ως προς το δημιουργηθέν έλλειμμα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο δε προβαλλόμενος ισχυρισμός της, προς υποστήριξη της επικαλούμενης παντελούς έλλειψης υπαιτιότητας στο πρόσωπό της, ότι συμμορφώθηκε με τις οδηγίες της τότε προϊσταμένης της και, αληθής υποτιθέμενος, δεν αναιρεί την ευθύνη της εκκαλούσας για την ανωτέρω πλημμελή διαχειριστική ενέργεια που της αποδίδεται. Τα δε υποστηριζόμενα από την ίδια περί απειρίας της και έλλειψης ειδικών γνώσεων, λόγω της ιδιότητάς της ως μαθητευόμενης - δόκιμης υπάλληλου, προβάλλονται αλυσιτελώς, καθόσον, όπως εκτέθηκε ανωτέρω (σκ. II), η υπαιτιότητα δεν κρίνεται με βάση τις ατομικές ιδιότητες του υπολόγου, αλλά με βάση τη συμπεριφορά που θα επιδείκνυε, στη συγκεκριμένη κάθε φορά περίπτωση, ο μέσος συνετός άνθρωπος, που ανήκει στον ίδιο κύκλο επαγγελματικής και κοινωνικής δραστηριότητας. Περαιτέρω, η αποδιδόμενη, με τον ένδικο καταλογισμό, πλημμελής άσκηση από την εκκαλούσα των καθηκόντων της αναπληρώτριας ελεγκτή εξόδων Ο.Τ.Α., κατά την πληρωμή της εντελλόμενης με το ως άνω χρηματικό ένταλμα δαπάνης, ήτοι η έγκριση πληρωμής αυτής χωρίς να έχει προηγηθεί πλήρης έλεγχος των δικαιολογητικών αυτού, παρουσιάζει μεν απόκλιση από την επιμέλεια του μέσου συνετού ανθρώπου, που κινείται εντός του οικείου κύκλου επαγγελματικής δραστηριότητας, πλην όμως δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η απόκλιση αυτή εξικνείται πέραν του βαθμού της ελαφράς αμέλειας, καθόσον η διαχειριστική αυτή συμπεριφορά της δεν αποκλίνει σημαντικά από το ως άνω μέτρο της επιμέλειας, ώστε να μπορεί να χαρακτηρισθεί ως βαρεία. Συνεπώς, η εκκαλούσα ευθύνεται ως υπόλογος σε βαθμό ελαφράς αμέλειας για τη δημιουργία του επίδικου ελλείμματος στη διαχείριση της Κοινότητας Γραμματικού. Εξάλλου, η επίμαχη δαπάνη δεν μπορεί να νομιμοποιηθεί, κατ’ εφαρμογή των αναφερομένων στη σκέψη IV της παρούσας διατάξεων, καθόσον δεν συντρέχει τουλάχιστον μία από τις τέσσερις προϋποθέσεις που θέτουν οι εν λόγω διατάξεις, αφού δεν αποδεικνύεται από τα στοιχεία του φακέλου ότι έχει επιτελεσθεί ο σκοπός για τον οποίο διενεργήθηκε (πρβλ. αποφ. VII Τμ. Ε.Σ. 1679/2012, 587/2014). Περαιτέρω, συγγνωστή πλάνη της εκκαλούσας ως προς το δημιουργηθέν έλλειμμα δεν μπορεί να δικαιολογηθεί, καθόσον όφειλε και μπορούσε να γνωρίζει τις νόμιμες υποχρεώσεις της, που συνδέονταν με την ιδιότητά της ως αναπληρώτριας ελεγκτή εξόδων και, συνεπώς, δεν νοείται απαλλαγή της από το συνολικό ποσό του καταλογισμού, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 37 παρ. 1 του ν.3801/2009. Ωστόσο, το Δικαστήριο, συνεκτιμώντας την έλλειψη δόλου ή βαρείας αμέλειας της εκκαλούσας, τη (μικρή) βαρύτητα της δημοσιονομικής παράβασης που διέπραξε και τις συνθήκες τέλεσης αυτής, άγεται στην κρίση ότι πρέπει αυτή, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 37 παρ. 1 του ν.3801/2009, να καταλογιστεί με μέρος μόνο του διαπιστωθέντος ελλείμματος, το οποίο πρέπει να προσδιορισθεί στο ποσό των 1.500 ευρώ.