ΣΤΕ/841/2019
Τύπος: ΔΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ
Φορολογία εισοδήματος. Παραγραφή του δικαιώματος του Δημοσίου για επιβολή φόρων και κυρώσεων. Τα άρθρα 12 παρ. 7 του ν. 3888/2010, 18 παρ. 2 του ν. 4002/2011 και δεύτερο παρ. 1 του ν. 4098/2012 αντίκεινται στο άρθρο 78 του Συντάγματος διότι παρατείνουν την προθεσμία παραγραφής φορολογικών αξιώσεων αναγομένων σε ημερολογιακά έτη προγενέστερα του προηγουμένου της δημοσιεύσεως των σχετικών νόμων ετών. Εσφαλμένη αντίθετη κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης. Ο σχετικός λόγος αναίρεσης προβάλλεται παραδεκτά κατά το άρθρο 12 παρ. 1 του ν.3900/2010 και είναι βάσιμος. Πότε προβάλλεται βασίμως ισχυρισμός περί αντίθεσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προς προδικαστική απόφαση του ΣτΕ για την άρση του απαραδέκτου λόγου αναίρεσης. Υπολογισμός του ποσού της διαφοράς για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης όταν αιτήσεις περί διοικητικής επίλυσης της διαφοράς από φύλλα ελέγχου φόρου εισοδήματος περισσότερων οικονομικών ετών απορρίπτονται με μία απόφαση της φορολογικής Διοίκησης καθώς και όταν με μία προσφυγή προσβάλλεται η σιωπηρή απόρριψη αιτήσεων διοικητικής επίλυσης της διαφοράς. Η πράξη ακυρώνεται για παράβαση του τύπου ή της διαδικασίας έκδοσης της πράξης, μόνον αν ο προσφεύγων επικαλείται και αποδεικνύει βλάβη, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά. Ο αναιρεσείων δεν προέβαλε με την προσφυγή του, κατά τρόπο ορισμένο και αρκούντως τεκμηριωμένο, βλάβη από την μη δημοσίευση της υα ΔΕΛ 1059085/2011. Μερικά δεκτή η αναίρεση (αναιρεί εν μέρει την αριθμ. 519/2015 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Λάρισας).
Ιστορικό Αναθεωρήσεων (Πιλοτική Εφαρμογή)
Σχετικά Έγγραφα
Δ.ΠΡΩΤ.ΑΘ/15755/2019
Φορολογία εισοδήματος..Επειδή, το δικαίωμα του Δημοσίου για την έκδοση και κοινοποίηση των επίδικων πράξεων, οικονομικών ετών 2002 έως 2006, έχει υποπέσει στην προβλεπόμενη από το άρθρο 84 του ΚΦΕ (γενική) πενταετή παραγραφή, η οποία άρχισε στις 31.12.2002, 31.12.2003, 31.12.2004, 31.12.2005 και 31.12.2006 και συμπληρώθηκε στις 31.12.2007, 31.12.2008, 31.12.2009, 31.12. 2010 κ α ι 31.12.2011 αντιστοίχως, δοθέντος ότι : α. εν προκειμένω, δεν τυγχάνει εφαρμογής η δεκαπενταετής παραγραφή που επικαλείται η φορολογική αρχή. Και τούτο, διότι προϋπόθεση εφαρμογής της εν λόγω παραγραφής αποτελεί η μη υποβολή, παρά την ύπαρξη σχετικής υποχρέωσης, φορολογικής δηλώσεως, ενώ στην προκειμένη περίπτωση, ακόμη και αν ήθελε υποτεθεί ότι μεταξύ των προσφευγόντων συστήθηκε πράγματι αφανής εταιρεία, η εταιρεία αυτή δεν είχε υποχρέωση, σύμφωνα με όσα έγιναν ερμηνευτικά ανωτέρω, για την υποβολή Φορολογικής δηλώσεως. Β οι διατάξεις των άρθρων 11 ν. 3513/2006, 29 ν. 3697/2008, 10 ν. 3790/2009, 82 ν. 3842/2010, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 92 παρ. 3 περ. β του ν. 3862/2010, 18 παρ. 2 τ ου ν. 4002/2011 και δεύτερου παρ. 1 ν. 4098/2012, 22 ν. 4203/2013, 87 ν. 4316/2014 και 22 ν. 4337/2015, με τις οποίες παρατάθηκε διαδοχικά ο χρόνος παραγραφής φορολογικών αξιώσεων του Δημοσίου αναγόμενων σε χρήσεις προγενέστερες του προηγούμενου της δημοσιεύσεως των εν λόγω νόμων ημερολογιακού έτους, όπως είναι οι ένδικες, πέραν του ότι δεν τυγχάνουν εφαρμογής επί επιβολής κυρώσεων, επιπροσθέτως είναι ανίσχυρες και μη εφαρμοστέες, ως αντιβαίνουσες, σύμφωνα με τα ήδη εκτεθέντα στο άρθρο 78 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, γ. εν προκειμένω, δεν τυγχάνει εφαρμογής η δεκαετής παραγραφή. Κ α ι τούτο διότι τα στοιχεία στα οποία βασίσθηκε η φορολογική αρχή, και δη οι δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος, στις οποίες, ανεξάρτητα από τον κωδικό στον οποίο δηλώθηκαν, συμπεριελήφθησαν, πάντως, τα τιμήματα από τις μεταβιβάσεις των ακινήτων που θεωρήθηκαν από τη φορολογική αρχή ως άσκηση εμπορικής δραστηριότητας, δεν αποτελούν συμπληρωματικά στοιχεία κατά την έννοια του άρθρου 68 παρ. 2 περ. α του ΚΦΕ ικανά να δικαιολογήσουν την επιμήκυνση της κατ άρθρο 84 παρ. 1 του ΚΦΕ πενταετούς προθεσμίας παραγραφής, διότι οι δηλώσεις αυτές, είχαν περιέλθει σε γνώση της φορολογικής αρχής, εντός της ως άνω πενταετούς προθεσμίας. (...)Επειδή, κατ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση προσφυγή και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη πράξη με την οποία απερρίφθη η κατά των καταλογιστικών πράξεων ασκηθείσα ενδικοφανής προσφυγή. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί η απόδοση του καταβληθέντος παραβόλου στους προσφεύγοντες (άρθρο 277 παρ. 9 Κ.Δ.Δ.), ενώ, κατ εκτίμηση των περιστάσεων, πρέπει να μην καταλογισθούν δικαστικά έξοδα σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου (άρθρο 275 παρ. 1 Κ.Δ.Δ).
ΣΤΕ/1389/2019
Φορολογία ακινήτων. Ειδικός φόρος ακινήτων του άρθρου 15 του Ν. 3019/2002. Εξαίρεση από το φόρο των ακινήτων Εταιρείας εδρεύουσας σε άλλο κράτος της ΕΕ. Η φορολογική αρχή νομίμως στηρίζεται στα στοιχεία περί των μετόχων της εταιρείας που προκύπτουν από το μητρώο εταιρειών του εν λόγω κράτους, τα οποία τεκμαίρονται ως αληθή και ακριβή. Το τεκμήριο μπορεί να ανατραπεί μόνο μέσω πράξης αρμόδιου οργάνου του κράτους της έδρας της εταιρείας, που πρέπει να επικαλεσθεί και να προσκομίσει ο αιτούμενος την εξαίρεση από το φόρο. Το ζήτημα των προϋποθέσεων εξαίρεσης από το φόρο ρυθμίζεται αποκλειστικά από τον Ν. 3091/2002. Για την εφαρμογή του άρθρου 3 περ. ε` εδ. β` του Ν. 3091/2002 απαιτείται το σύνολο των μετοχών της α.ε. με έδρα χώρα της ΕΕ να ανήκει σε μία εταιρεία. Ο νόμος δεν διακρίνει τυπική και ουσιαστική κυριότητα των μετοχών. Εφόσον απαγορεύεται η καταχώριση ανακοίνωσης εμπιστεύματος στο μητρώο εταιρειών, κάτοχος των μετοχών είναι η εταιρεία. Το άρθρο 15 του Ν. 3091/2002, με την οποία επιβάλλεται φόρος σε ποσοστό 15%, δεν προσκρούει στην αρχή της αναλογικότητας και στα άρθρα 4 παρ. 5, 5 και 17 παρ. 1 του Συντάγματος και 1 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ. Ο επίδικος φόρος αποτελεί φόρο επί της περιουσίας και δεν έχει το χαρακτήρα διοικητικής κύρωσης. Το ύψος του επίδικου φόρου υπολογίζεται επί της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου, χωρίς να τίθενται μειωτικοί συντελεστές σχετικοί με τη μετοχική σύνθεση της υπόχρεης εταιρείας. Επιβολή προσθέτου φόρου κατά τα άρθρα 1 και 2 του Ν. 2523/1997, λόγω παράλειψης υποβολής δήλωσης. Η ενωσιακή αρχή της αναδρομικής εφαρμογής της ελαφρύτερης διοικητικής κύρωσης αφορά και σε διοικητικές κυρώσεις για παραβάσεις της φορολογικής νομοθεσίας εφόσον έχουν επαρκή σύνδεσμο με το δίκαιο της ΕΕ. Αν η αρχή δεν δύναται να εφαρμοσθεί, το διοικητικό δικαστήριο εξετάζει το σχετικό λόγο της προσφυγής και με βάση το άρθρο 7 της ΕΣΔΑ. Ο πρόσθετος φόρος συνιστά περιορισμό της ενωσιακής ελευθερίας της κυκλοφορίας κεφαλαίων. Η εφαρμογή του άρθρου 58 παρ. 2 του ΚΦΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 παρ. 7 του Ν. 10 4337/2015, άγει σε ηπιότερη για τον παραβάτη διοικητική κύρωση έναντι της οριζόμενης από το Ν. 2523/1997 και ο πρόσθετος φόρος πρέπει να μειωθεί στο 50% του κυρίου φόρου. Εσφαλμένη αντίθετη κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης. Η αναίρεση ασκήθηκε παραδεκτά κατά το άρθρο 12 παρ. 1 του Ν. 3900/2010 ως προς ορισμένους λόγους. Μερικά δεκτές η αναίρεση και η προσφυγή (αναιρεί εν μέρει την αριθμ. 254/2018 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πατρών).
ΠΟΛ 1153/2011
Σε περίπτωση ανατροπής της διοικητικής επίλυσης της διαφοράς βεβαιώνεται φόρος σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 74 του ΚΦΕ (ΕΠΙΣΥΝΑΠΤΕΤΑΙ Η ΑΡΙΘΜ.155/2011 ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ Ν.Σ.Κ)
ΣΤΕ/1995/2019
Φορολογία εισοδήματος. Η παράλειψη δήλωσης φορολογητέου εισοδήματος και η ύπαρξη αντίστοιχης φορολογητέας ύλης μπορεί να προκύπτει, κατά την αιτιολογημένη κρίση της φορολογικής αρχής, και από έμμεσες αποδείξεις. Τέτοιες αποτελούν τα μεγάλα ποσά που περιέχονται σε τραπεζικό λογαριασμό του φορολογούμενου, μέσω του οποίου πραγματοποιείται έμβασμα στο εξωτερικό, που δεν καλύπτονται από τα νομίμως φορολογηθέντα ή απαλλαχθέντα του φόρου εισοδήματα. Το εμμέσως αποδεικνυόμενο εισόδημα λογίζεται και φορολογείται ως εισόδημα από ελευθέριο επάγγελμα, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 48 παρ. 3 του ΚΦΕ, που εφαρμόζεται και όταν η κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό προκύπτει σε χρόνο προγενέστερο της 30.9.2010, χωρίς αυτό να αντίκειται στην παρ. 2 του άρθρου 78 του Συντάγματος. Κρίσιμος ο χρόνος της κατάθεσης του επίμαχου ποσού στον τραπεζικό λογαριασμό του δικαιούχου ή τυχόν προγενέστερος κατά τον οποίο επήλθε η αντίστοιχη προσαύξηση της περιουσίας του φορολογούμενου. Εξουσίες του δικαστηρίου αν κρίνει ότι η περιουσιακή προσαύξηση δεν επήλθε κατά τη διαχειριστική περίοδο εντός της οποίας πραγματοποιήθηκε το οικείο έμβασμα. Πότε ο φορολογούμενος δύναται να επικαλεσθεί ότι το ποσό που βρέθηκε σε τραπεζικό λογαριασμό του προέρχεται από δάνειο που του χορήγησε άλλο πρόσωπο. Αν το διοικητικό δικαστήριο αδυνατεί να σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση περί του χρόνου της επέλευσης της περιουσιακής προσαύξησης άγνωστης πηγής ή αιτίας, επιρρίπτει το βάρος απόδειξης στη φορολογική διοίκηση και όχι στον φορολογούμενο. Εφόσον οι αναιρεσείοντες είχαν αμφισβητήσει ότι οι επίμαχες προσαυξήσεις της περιουσίας τους έλαβαν χώρα το 2010, το 2011 και το 2012, το βάρος απόδειξης του χρόνου επέλευσης αυτών έφερε η φορολογική αρχή. Η ανωτέρω κρίση του ΔΕΑ, σχετικά με τον κρίσιμο χρόνο επέλευσης των επίδικων προσαυξήσεων περιουσίας και, περαιτέρω, το οικονομικό έτος φορολόγησης των αντίστοιχων ποσών εμβασμάτων, ενέχει εσφαλμένη ερμηνεία και πλημμελή εφαρμογή του άρθρου 48 παρ. 3 του ΚΦΕ. Ο σχετικός λόγος αναίρεσης προβάλλεται παραδεκτά κατά το άρθρο 12 παρ. 1 του ν.3900/2010. Μερικά δεκτή η αναίρεση (αναιρεί εν μέρει την αριθμ. 805/2018 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών).
ΝΣΚ/420/2009
ΙΚΑ-ΕΤΑΜ. Επανεξέταση αίτησης πρώην συζύγου θανόντος συνταξιούχου ως προς τη μεταβίβαση της σύνταξής του.(..)Κατάσταση : Εκκρεμεί αποδοχή
α) Το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ δύναται να επανεξετάσει, λόγω μη ορθής εφαρμογής του νόμου, υπόθεση μεταβίβασης σύνταξης θανόντος συνταξιούχου στην πρώην σύζυγό του ύστερα από αίτηση της τελευταίας και μετά την παρέλευση μακρού χρόνου (πέντε ετών και τεσσάρων μηνών) από την έκδοση απόφασης του Διευθυντή του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, η οποία έχει καταστεί οριστική. β) Ο έλεγχος του αμετάκλητου ή μη της απόφασης διαζυγίου πρώτου βαθμού όταν προβάλλεται μη επίδοση αυτής, εκτός από την έκδοση των σχετικών πιστοποιητικών του Πρωτοδικείου περί μη άσκησης ενδίκων μέσων ή παραίτησης από αυτά, δύναται να συμπληρώνεται και από την ενεργοποίηση του άρθρου 140 παρ. 2 ΚΠολΔ. γ) Η καταβολή συνταξιοδοτικής παροχής κατ’ επανεξέταση της υπόθεσης δεν δύναται να εκτείνεται πριν από το χρόνο υποβολής της αίτησης επανεξέτασης και για διάστημα όχι μεγαλύτερο των πέντε (5) ετών από την υποβολή της.
ΕΣ/ΚΠΕ.ΤΜ.4/125/2015
Καθαριότητα κτιρίων Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στην προηγούμενη νομική σκέψη, εφόσον πρόκειται για ομοειδείς υπηρεσίες (καθαρισμός εσωτερικών χώρων κτιρίων) και η συνολική αξία αυτών υπερβαίνει, σε ετήσια βάση, το ποσό των 500.000 ευρώ (χωρίς ΦΠΑ), ανερχόμενη συγκεκριμένα στο ύψος των 832.370 ευρώ (μη συνυπολογιζομένου του ΦΠΑ) μη νομίμως διενεργήθηκαν εννέα (9) χωριστοί (πρόχειροι και ανοικτοί) διαγωνισμοί, κατόπιν επιμερισμού της συνολικής ποσότητας σε περισσότερες μικρότερες ποσότητες, εφόσον έτσι παρακάμθηκε η προβλεπόμενη νόμιμη διαδικασία της διενέργειας προσυμβατικού ελέγχου από τον αρμόδιο Επίτροπο του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Ο ισχυρισμός που προβάλλεται στο έγγραφο επανυποβολής ότι οι επιμέρους Διευθύνσεις της Γ.Α.Δ.Α. είναι διοικητικά και διαχειριστικά ανεξάρτητες και ασχολούνται με διαφορετικά αντικείμενα δεν μπορεί να έχει επιρροή, δεδομένου ότι η όποια διοικητική και διαχειριστική ανεξαρτησία, πέραν του ότι δεν συνεπάγεται και οικονομική ανεξαρτησία (οι εν λόγω Διευθύνσεις δεν έχουν δικό τους προϋπολογισμό, η σχετική υποχρέωση είχε αναληφθεί από τη Διεύθυνση Οικονομικού της Ελληνικής Αστυνομίας), δεν αναιρεί την υποχρέωση διενέργειας ενιαίου τακτικού διαγωνισμού για τον καθαρισμό των εγκαταστάσεων των ως άνω Διευθύνσεων και Υπηρεσιών, δεδομένου ότι μόνον η διαδικασία αυτή εξασφαλίζει, με τον ανταγωνισμό που αναπτύσσεται, κατά τον καλύτερο τρόπο το δημόσιο συμφέρον, πόσω μάλλον όταν πρόκειται περί υπηρεσιών (καθαρισμός εγκαταστάσεων) που από τη φύση τους δεν είναι δυνατόν να διαφοροποιούνται ανάλογα με τις αρμοδιότητες της κάθε Διεύθυνσης και τη γεωγραφική της τοποθέτηση. Ομοίως απορριπτέος τυγχάνει και ο ισχυρισμός ότι οι προϊστάμενοι των Διευθύνσεων που υπάγονται στη Γ.Α.Δ.Α. έχουν αρμοδιότητα εκδόσεως πράξεων επί διαγωνιστικών διαδικασιών που αφορούν τις Διευθύνσεις τους, διότι η αρμοδιότητα αυτή δεν καταργεί τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την εφαρμογή των νόμων, σε κάθε περίπτωση δε αφορά διαγωνισμούς που νόμιμα διενεργούνται από τις Διευθύνσεις αυτές. Τέλος, οι δυσκολίες που ενδεχομένως κληθούν να αντιμετωπίσουν οι υποψήφιοι ανάδοχοι σε περίπτωση συμμετοχής σε έναν ανοικτό δημόσιο διαγωνισμό με μεγάλο οικονομικό αντικείμενο (π.χ. δέσμευση κεφαλαίων λόγω της ανάγκης κατάθεσης εγγυητικών επιστολών μεγάλου ύψους) δεν αφορά την αναθέτουσα αρχή και σε καμία περίπτωση δεν αναιρεί την υποχρέωση διενέργειας δημόσιων ανοικτών διαγωνισμών και την υποβολή της διαδικασίας και του σχεδίου σύμβασης στο Ελεγκτικό Συνέδριο για τη διενέργεια προσυμβατικού ελέγχου. Κατ΄ ακολουθίαν αυτών πρόκειται για μη νόμιμη κατάτμηση δαπάνης ομοειδών υπηρεσιών, όπως βάσιμα προβάλλει ο Επίτροπος, και συνεπώς οι ενταλθείσες δαπάνες δεν είναι νόμιμες. Ενόψει όμως της ως άνω εκτεθείσας διοικητικής αυτοτέλειας των επιμέρους Διευθύνσεων της Γ.Α.Δ.Α., η οποία εκτείνεται και σε θέματα διαγωνισμών (βλ. σχετ. ΥΑ7003/63/2014, ΦΕΚ Β΄ 1404), της επιτακτικής ανάγκης για άμεση κάλυψη των αναγκών των Διευθύνσεων για καθαρισμό των χώρων των υπηρεσιών και των επιμέρους αστυνομικών τμημάτων, αρκετά από τα οποία δέχονται σημαντική επιβάρυνση στον τομέα της καθαριότητας λόγω μεγάλου αριθμού κρατουμένων, το Κλιμάκιο κρίνει ότι τα αρμόδια όργανα των ως άνω Διευθύνσεων της Γ.Α.Δ.Α. ενήργησαν συγγνωστώς και όχι με πρόθεση καταστρατήγησης των σχετικών διατάξεων. Ενόψει των ανωτέρω, το Κλιμάκιο κρίνει ότι οι εντελλόμενες δαπάνες δεν είναι μεν νόμιμες, όμως τα ως άνω 5794, 5999, 7755, 7762, 8562, 9432, 10678, 13113 και 13212, οικονομικού έτους 2015, χρηματικά εντάλματα πληρωμής της Υπηρεσίας Δημοσιονομικού Ελέγχου στο Υπουργείο Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης πρέπει να θεωρηθούν λόγω συγγνωστής πλάνης.
ΣΤΕ/260/2019
Λαθρεμπορία. Προϋποθέσεις για την κήρυξη του κυρίου ή του παραλήπτη του λαθρεμπορεύματος «αλληλεγγύως συνυπεύθυνου αστικώς» με τον υπαίτιο καθώς και για την απαλλαγή του από την ευθύνη. Η κήρυξη νομικού προσώπου ως αστικώς συνυπεύθυνου πρέπει να συνάδει προς τις αρχές της αναλογικότητας και της ασφάλειας δικαίου. Νόμιμη η κήρυξη εταιρείας πετρελαιοειδών ως συνυπεύθυνης για την καταβολή των δασμοφορολικών επιβαρύνσεων και των πολλαπλών τελών, εφόσον καταλογίζεται στο νόμιμο εκπρόσωπο δόλια συμμετοχή στη λαθρεμπορία. Οι εταιρείες πετρελαιοειδών έχουν δικαίωμα συμψηφιστικής αποκατάστασης μόνο για τις ποσότητες ελεύθερων αποθεμάτων που διέθεσαν οι ίδιες σε κάθε πρατηριούχο και οι οποίες χρησιμοποιήθηκαν πράγματι για ατελή εφοδιασμό πλοίων. Εικονικός εφοδιασμός πλοίων με ατελή καύσιμα. Η εταιρεία γίνεται κυρία και παραλήπτης λαθρεμπορικού εμπορεύματος και κηρύσσεται αστικώς συνυπεύθυνη. Απαλλαγή της από την ευθύνη αν αποδείξει ότι έλαβε τα απαραίτητα μέτρα για την αποτροπή της λαθρεμπορίας. Η επίρριψη σε αυτήν του βάρους απόδειξης δεν παραβιάζει το άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ. Για το παραδεκτό της αναίρεσης, όταν καταλογίζονται δασμοί ή/και φόροι, καθώς και πολλαπλά τέλη, συναθροίζονται τα δύο ποσά για την εξεύρεση του ποσού της διαφοράς. Απορρίπτεται η αναίρεση ως απαράδεκτη κατά το άρθρο 12 παρ. 1 του ν.3900/2010 (επικυρώνει την 386/2015 απόφαση του ΔΕφΛαρ).
ΝΣΚ/282/2013
Ζητήματα σχετιζόμενα με τη δυνατότητα άσκησης δεύτερης προσφυγής, σύμφωνα με το άρθρο 70 παρ.1 εδ.2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας.(..)Κατάσταση : Αποδεκτή
α) Η εξηκονθήμερη προθεσμία άσκησης της δεύτερης προσφυγής, που προβλέπεται στο άρθρο 70 παρ.1 εδ.2 του Κ.Δ.Δ., μετά την έκδοση πρωτόδικης απορριπτικής απόφασης, αρχίζει, στη μεν περίπτωση που κοινοποιήθηκε η απόφαση πριν από την πάροδο τριετίας από τη δημοσίευσή της και δεν ασκήθηκε τακτικό ένδικο μέσο, εντός εξήντα ημερών από την κοινοποίησή της, στη δε περίπτωση που και παρήλθε άπρακτη προθεσμία τριών ετών από τη δημοσίευση αυτής, η προθεσμία αρχίζει από την ημερομηνία κοινοποίησης της απόφασης στον ηττηθέντα διάδικο. β) Επί του δευτέρου και τετάρτου των ερωτημάτων ότι, συνεπεία της ασκήσεως της δεύτερης προσφυγής, δεν επιβάλλεται η διαγραφή της ήδη χωρήσασας οριστικής βεβαίωσης της οφειλής ή η ανατροπή πράξεων εκτελέσεως, που έχουν ήδη διενεργηθεί ούτε η επιστροφή τυχόν καταβληθέντων ποσών. γ) Επί του τρίτου ερωτήματος ότι ο ασκήσας τη δεύτερη προσφυγή δικαιούται να υποβάλει αίτημα για διοικητική επίλυση της διαφοράς και δ) Επί του πέμπτου ερωτήματος ότι παρέλκει η διατύπωση γνωμοδοτικής άποψης, επί της τύχης των ασκηθεισών ποινικών διώξεων λόγω φοροδιαφυγής, καθόσον η εξέλιξη των σχετικών ποινικών δικών δεν συνάπτεται με την άσκηση οιασδήποτε αρμοδιότητας εκ μέρους των υπηρεσιών του Υπουργείου Οικονομικών. (ομοφ.)
ΣτΕ/78/2015
ΑΚΥΡΩΣΗ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ ΔΗΜΟΤΙΚΩΝ ΣΥΜΒΟΥΛΩΝ:Επειδή, προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου είναι μη νόμιμη, διότι κατά παράβαση των άρθρων 20 παρ. 2 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (ν. 2690/1999, Α΄ 45), δεν επιτράπηκε στην αιτούσα, παρότι το ζήτησε, να εκθέσει τις απόψεις της πριν από τη λήψη της. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, δεν απαιτείται προηγούμενη ακρόαση του διοικούμενου, όταν η προσβαλλόμενη πράξη εκδίδεται με βάση αντικειμενικά δεδομένα, στην προκείμενη, δε, περίπτωση, αυτή εκδόθηκε με βάση το αντικειμενικό δεδομένο της διαγραφής της αιτούσας από τη δημοτική της παράταξη. Και τούτο, διότι το γεγονός αυτό έχει ως αυτόθροη, κατά το νόμο, συνέπεια την παύση της από τη θέση του Προέδρου του Δημοτικού Συμβουλίου, είναι δε αδιάφορο από την άποψη αυτή το γεγονός ότι η εν λόγω διαγραφή της μπορεί να έλαβε χώρα λόγω υποκειμενικής της συμπεριφοράς (πρβλ. ΣτΕ 1421/2011, σκ. 9, 3238/2007, σκ. 6), αφού το Δημοτικό Συμβούλιο δεν δύναται να ελέγξει τη νομιμότητα της απόφασης περί διαγραφής της. Διά ταύτ α Απορρίπτει την αίτηση.
ΕΣ/ΚΠΕ/ΤΜ.1/242/2013
ΑΝΤΙΜΙΣΘΙΑ:(...)Δεδομένου δε, ότι ο φερόμενος ως δικαιούχος κατά το διάστημα απουσίας του από την υπηρεσία εκ των πραγμάτων δεν συμμετείχε στο πρόγραμμα νυχτερινής υπηρεσίας και εργασίας πέραν του πενθημέρου του Αστυνομικού Τμήματος στο οποίο υπηρετεί, δεν είναι δυνατός ο συνυπολογισμός στις πάσης φύσεως αποδοχές των ως άνω παροχών που προϋποθέτουν πραγματική παροχή υπηρεσίας. Άλλωστε, δεν παρίσταται συμβατή με το σύστημα των διατάξεων των άρθρων 92 παρ. 5, 93 παρ. 3 και 4 του ν. 3852/2010 και της ΚΥΑ 19165/15.4.2011, η εκτίμηση του ύψους των παροχών αυτών, με βάση τον μέσο όρο των ωρών νυχτερινής και πρόσθετης εργασίας που πραγματοποιήθηκε κατά το προ της λήψεως της αδείας διάστημα, ως έγινε εν προκειμένω, αφού, κατά τα ανωτέρω, το χρονικό πεδίο συγκρίσεως της αντιμισθίας και των πάσης φύσεως αποδοχών της κυρίας θέσεως εκτείνεται κατά την διάρκεια της θητείας του αιρετού, διάστημα κατά το οποίο πρέπει να εκτιμώνται τα υπηρεσιακά και μισθολογικά δεδομένα αυτού και οι τυχόν μεταβολές τους και όχι κατά το προηγούμενο αυτής διάστημα. Περαιτέρω, αβασίμως προβάλλεται με το συνημμένο στο έγγραφο επανυποβολής του οικείου τίτλου πληρωμής, 17995/21.10.2012 υπόμνημα του φερομένου ως δικαιούχου και κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου του, ότι οι επίμαχες παροχές φέρουν πάγιο και τακτικό χαρακτήρα για τους αστυνομικούς και ότι, ως εκ τούτου, πρέπει να συνυπολογισθούν στις «πάσης φύσεως αποδοχές» της κυρίας θέσεώς του και να προσαυξηθεί κατά το μέτρο αυτών η αντιμισθία τους. Και τούτο, διότι, κατά τα ανωτέρω, η συμπερίληψη των παροχών αυτών στις τακτικώς καταβαλλόμενες αποδοχές των αστυνομικών προϋποθέτει είτε την ενεργό άσκηση νυχτερινής ή πλέον του πενθημέρου εργασίας, είτε την εκ της Υπηρεσίας παράνομη παρεμπόδισή της, όροι που δεν συντρέχουν όταν ο μισθωτός απουσιάζει από την εργασία του, τελών στο καθεστώς της κατ’ άρθρο 93 παρ.1 του ν. 3852/2010 αδείας. Επίσης, αβασίμως προβάλλεται από τον φερόμενο ως δικαιούχο ότι με την μη καταβολή της επίμαχης προσωπικής διαφοράς συντελείται απώλεια του εισοδήματός του, κατά παρέκκλιση των οριζομένων στο άρθρο 92 παρ. 5 του ν. 3852/2010 και αντίθετη προς την εύλογη προσδοκία του ιδίου κατά την ανάληψη των σχετικών αιρετών καθηκόντων (βλ. σχετικώς και τα διαλαμβανόμενα στην 10707/22.6.2012 αίτησή του για την απόληψη της προσαυξήσεως). Τούτο δε, διότι, ως εξετέθη σε προηγούμενη νομική σκέψη, με την ως άνω διάταξη της παραγράφου 5 του άρθρου 92 του ν. 3852/2010 εσκοπήθη η διατήρηση του βασικού μισθολογικού και ασφαλιστικού πυρήνα των μισθωτών που ανεδείχθησαν σε τοπικά αιρετά αξιώματα, μέσω της ανταποκρινόμενης στο είδος και την έκταση των σχετικών καθηκόντων αντιμισθίας η οποία, στον βαθμό που υπολείπεται των πάσης φύσεως αποδοχών της κυρίας θέσεως δύναται να προσαυξάνεται κατά το ποσό της διαφοράς, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι εξακολουθούν να καταβάλλονται ειδικές παροχές που προϋποθέτουν πραγματική συμμετοχή του μισθωτού στον τρέχοντα προγραμματισμό της υπηρεσίας και εκτέλεση καθηκόντων ιδιάζουσας ποιοτικής ή χρονικής φύσεως, που εξαρτάται από τις εκάστοτε υπηρεσιακές ανάγκες. Δεδομένου δε, ότι υφίσταται ευρεία ευχέρεια του νομοθέτη να διαμορφώνει το επίπεδο των αποδοχών κατά τρόπο ανάλογο των καθηκόντων, ότι δεν κατοχυρώνεται δικαίωμα σε αποδοχές ορισμένου ύψους και δη όταν μεταβάλλεται η φύση των καθηκόντων, ότι δεν υφίστανται περαιτέρω δυσμενείς συνέπειες συνταξιοδοτικού χαρακτήρα καθώς και ότι οι σχετικές διατάξεις ίσχυαν ήδη προ των εκλογών, με την μη καταβολή της επίμαχης προσαυξήσεως δεν προσβάλλονται τα περιουσιακά δικαιώματα και οι νόμιμες προσδοκίες ή η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη του φερομένου ως δικαιούχου. Σε κάθε δε περίπτωση, λόγω πρόδηλης ετερότητος των εργασιακών συνθηκών, δεν υφίσταται αδικαιολόγητη διάκριση σε σχέση με αιρετούς ανήκοντες σε άλλες επαγγελματικές κατηγορίες ή σε σχέση με τους εκτελούντες ενεργό υπηρεσία αστυνομικούς.