Αριθμός Πρωτοκόλλου: Ο.3014/2026
Κοινοποίηση των διατάξεων των άρθρων 11, 15, 16, 17, 18, 19, 20 και 22 του ν. 5293/2026 «Παρεμβάσεις για ένα κράτος πιο φιλικό στον πολίτη» (Φ.Ε.Κ. Α’ 57/07.04.2026
ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΚΩΔΙΚΟΠΟΙΗΣΗΣ : 1Η ΑΝΑΡΤΗΣΗ
Τύπος: ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ-ΕΓΚΥΚΛΙΟΙ-ΠΟΛ
Ιστορικό Κωδικοποιήσεων
Σχετικά Έγγραφα
ΔΙΔΑΔ/Φ.69/282/οικ.8587/2026
Ν.5293/2026 – Παρεμβάσεις για ένα κράτος πιο φιλικό στον πολίτη (Α’ 57) - Ψηφιακή ενημέρωση για ωράρια δημοσίων φορέων ΑΔΑ: Ρ6ΓΨ46ΜΤΛ6-5ΨΤ
Ν.5293/2026
Παρεμβάσεις για ένα κράτος πιο φιλικό στον πολίτη.
ΣτΠ/22090/2026
Σχέδιο νόμου του Αντιπροέδρου της Κυβέρνησης και Υπουργού Επικρατείας με τίτλο: «Παρεμβάσεις για ένα κράτος πιο φιλικό στον πολίτη»
91972 ΕΞ 2026
«Σχετικά με την εφαρμογή του ν.5293/2026 (Α’ 57)»
177178/2026
Διευκρινίσεις για την εφαρμογή των άρθρων 12 και 14 του ν. 5293/2026 (Α΄ 57). σχετικά με τη μη προβολή δικαιωμάτων του Δημοσίου σε ακίνητα που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του νόμου 4061/2012 (Α΄66) έναντι τρίτων ΑΔΑ: 9ΠΘΚ4653ΠΓ-Β6Φ
ΕΣ/ΤΜ.ΕΒΔΟΜΟ/670/2026
Με την υπό κρίση προσφυγή ζητείται η ανάκληση της 55/2026 Πράξης του Ζ΄ Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου(...) Λαμβάνοντας τα ανωτέρω υπόψη και το γεγονός ότι, κατά την πάγια νομολογία του ΔΕΕ, η έννοια του οργανισμού δημοσίου δικαίου -την οποία υιοθετεί το Ελεγκτικό Συνέδριο, προκειμένου να κρίνει αν ένα ν.π. υπάγεται στον έλεγχό του κατ’ άρθρο 98.1. β΄ του Συντάγματος (βλ. σκέψη 6 της παρούσας)- τυγχάνει λειτουργικής και ευρείας ερμηνείας (βλ. ανωτέρω σκ. 8), το Δικαστήριο κρίνει ότι η ECG καλύπτει ανάγκες γενικού συμφέροντος μη εμπορικού – βιομηχανικού χαρακτήρα, καθώς πρόκειται για ανάγκες τις οποίες επιλέγει να ικανοποιήσει το ίδιο το κράτος και επί των οποίων επιθυμεί να διατηρήσει καθοριστική επιρροή (βλ. σχετική νομολογία ΔΕΕ ανωτέρω σκ. 9), και τις οποίες η ECG ασκεί, τουλάχιστον κατά ένα τμήμα αυτών, υπό συνθήκες περιορισμένου ανταγωνισμού, ενώ, περαιτέρω, ο σκοπός της ..., για το σύνολο της δραστηριότητάς της, δεν είναι κερδοσκοπικός. Με τα δεδομένα αυτά, συντρέχει το πρώτο κριτήριο της υποπ. 4 της παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 4412/2016 για τον χαρακτηρισμό της ως οργανισμού δημοσίου δικαίου, παρά τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση προσφυγής και της υπέρ αυτής ασκηθείσας παρέμβασης. Για τους λόγους αυτούς.Απορρίπτει την προσφυγή ανάκλησης και την υπέρ αυτής ασκηθείσα παρέμβαση..Δεν ανακαλεί την 55/2026 Πράξη του Ζ΄ Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
ΕΣ/ΤΜ.ΕΒΔΟΜΟ/476/2026
Η απόφαση 476/2026 του Εβδόμου Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου αφορά τον προσυμβατικό έλεγχο νομιμότητας σχεδίου σύμβασης για την παροχή υπηρεσιών καθαριότητας σε κτίρια δημόσιας υπηρεσίας.(...)Στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη α) το γεγονός ότι οι ανάγκες συντήρησης της ΕΕΛ είναι αυξημένες και επείγουσες, λόγω του πεπαλαιωμένου και πλημμελώς συντηρηθέντος εξοπλισμού, ο οποίος σύμφωνα με την τεχνική περιγραφή της διακήρυξης (σελ. 57) «λειτουργεί αδιαλείπτως πέραν της 10ετίας και χρήζει καταρχήν άμεσων επεμβάσεων προμήθειας – εγκατάστασης και συντήρησης – επισκευής σε επιμέρους τμήματά της ώστε να αποκατασταθεί η λειτουργία σε βασικές μονάδες της επεξεργασίας και παράλληλα παροχή υπηρεσίας καλής και αποδοτικής λειτουργίας της», β) ότι από την τεχνική περιγραφή της διακήρυξης (σελ. 57 επ.), στην οποία αναλυτικά αναφέρονται οι εγκαταστάσεις, οι υπομονάδες της ΕΕΛ Σκύρου και η εξειδικευμένη τεχνικά λειτουργία καθεμιάς από αυτές (μονάδα βιολογικής επεξεργασίας, μονάδα απολύμανσης, επεξεργασία και γραμμή ιλύος, εργαστήριο αναλύσεων, κέντρο ελέγχου, οικίσκος που στεγάζει το ηλεκτροπαραγωγό ζεύγος, κτίριο ενέργειας), προκύπτει ότι το αντικείμενο της σύμβασης είναι ιδιαιτέρως πολύπλοκο και εξειδικευμένου επιστημονικά χαρακτήρα, καθώς και ότι αυτό άπτεται ευαίσθητων περιβαλλοντικών και ενεργειακών παραμέτρων, γ) ότι το προσωπικό του νησιωτικού Δήμου Σκύρου – ο οποίος σημειωτέον δεν διαθέτει ΔΕΥΑ – δεν έχει τις απαιτούμενες εξειδικευμένες γνώσεις και την εμπειρία ώστε να ανταπεξέλθει στις ανωτέρω αυξημένες απαιτήσεις του αντικειμένου της ελεγχόμενης σύμβασης, δ) ότι σε κάθε περίπτωση λόγω του ως άνω περιγραφέντος χαρακτήρα των ελεγχόμενων υπηρεσιών, η ανάθεση παρόμοιων εργασιών σε ιδιώτες αποτελεί συνήθη πρακτική για τους Δήμους αλλά και για τις – κατά τεκμήριο – πιο εξειδικευμένες στις υπηρεσίες αποχέτευσης ΔΕΥΑ (βλ. ενδεικτικά τη σκέψη 18.3 της παρούσας και το πλήθος των εκεί αναφερομένων διακηρύξεων), κρίνει ότι θεμελιώνεται επαρκώς η δυνατότητα ανάθεσης των υπό έλεγχο υπηρεσιών συντήρησης και προμήθειας της ΕΕΛ Σκύρου σε εξειδικευμένο ιδιώτη ανάδοχο, κατά τα βασίμως προβαλλόμενα με την προσφυγή και την παρέμβαση.(...)Κατ΄ ακολουθίαν των ανωτέρω, η υπό κρίση προσφυγή και η παρέμβαση πρέπει να γίνουν δεκτές, να ανακληθεί η 60/2026 πράξη της Υπηρεσίας Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου
ΔΕφΑθ/1646/2021
Παροχή υπηρεσιών Φύλαξης στις εγκαταστάσεις του ... Αθηνών (....) στο ... και στην ... για ένα (1) έτος»(....)Η προαναφερόμενη ειδικότερη κρίση της προσβαλλόμενης, η οποία αφορά στον τρόπο υπολογισμού του κόστους αντικατάστασης τακτικού υπαλλήλου, που αποτελεί την αιτιολογία για την μη αποδοχή της προσφοράς της αιτούσας, λόγω σφάλματος που επηρεάζει το ελάχιστο εργατικό κόστος, δεν είναι νόμιμη. Και τούτο διότι από ειδικότερη διάταξη της διακήρυξης (με ρήτρα αποκλεισμού της προσφοράς) και των παραρτημάτων αυτής, καθώς και της παρατεθείσας εργατικής νομοθεσίας, δεν προβλέπει ρητώς τον τρόπο και τη βάση με την οποία θα πρέπει να υπολογισθεί το ιδιαίτερο αυτό κόστος άδειας αντικαταστάτη, ούτε και με πιο τρόπο θα πρέπει τα επιμέρους αυτά στοιχεία να εμφανισθούν κατά την υποβολή της προσφοράς. Συνεπώς, η διαφορετική αποτύπωση επιμέρους στοιχείων του εργατικού κόστους και ειδικότερα, του υπολογισμού της κανονικής αδείας αντικαταστάτη, εκ μέρους της αιτούσας δεν αποτελεί ουσιώδες σφάλμα στη διαμόρφωση της οικείας οικονομικής προσφοράς και δεν επηρεάζει καταλυτικά την ορθότητα της προσφοράς της, ώστε να καταστήσει αυτήν απαράδεκτη και απορριπτέα λόγω μη κάλυψης των ελαχίστων ορίων εργατικού κόστους, όπως αορίστως και αντιφατικώς αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία δεν αναφέρει ρητώς τις συγκεκριμένες διατάξεις της νομοθεσίας και της διακήρυξης, που παραβιάσθηκαν, κατά τον βάσιμο ισχυρισμό της αιτούσας. Εξάλλου, η βάση υπολογισμού των ημερών αδείας εκ μέρους της αιτούσας είναι οι 22 ημέρες, υπολογισμό που δέχεται η προσβαλλόμενη .... Επομένως, δεν παραβιάζονται ούτε οι αρχές της τυπικότητας, της ίσης μεταχείρισης και της διαφάνειας, όπως εσφαλμένα δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση. Ακυρώνει την 1530/2020 απόφαση της Αρχής Εξέτασης Προδικαστικών Προσφυγών (Α.Ε.Π.Π.), κατά τα οριζόμενα στο σκεπτικό.
ΔΕΚ/C-503/2004
Περίληψη της αποφάσεως 1. Προσφυγή λόγω παραβάσεως — Απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία διαπιστώνεται η παράβαση — Μη τήρηση της υποχρεώσεως εκτελέσεως αποφάσεως — Χρηματοοικονομικές κυρώσεις (Άρθρο 228 § 2 EΚ) 2. Προσέγγιση των νομοθεσιών — Διαδικασίες προσφυγής στον τομέα της σύναψης συμβάσεων κρατικών προμηθειών και δημοσίων έργων — Οδηγία 89/665 (Άρθρο 226 EΚ και 228 EΚ• οδηγία 89/665 του Συμβουλίου, άρθρο 3) 3. Προσέγγιση των νομοθεσιών — Διαδικασίες προσφυγής στον τομέα της σύναψης συμβάσεων κρατικών προμηθειών και δημοσίων έργων — Οδηγία 89/665 (Άρθρο 226 EΚ και 228 EΚ• οδηγία 89/665 του Συμβουλίου, άρθρο 2 § 6, εδ. 2) 4. Προσέγγιση των νομοθεσιών — Διαδικασίες προσφυγής στον τομέα της σύναψης δημοσίων συμβάσεων — Οδηγία 92/50 (Άρθρο 226 EΚ• οδηγία 92/50 του Συμβουλίου) 5. Κράτη μέλη — Υποχρεώσεις — Παράβαση — Δικαιολογητικός λόγος αντλούμενος από την εσωτερική έννομη τάξη — Δεν επιτρέπεται (Άρθρο 226 EΚ) 1. Στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 228, παράγραφος 2, ΕΚ, η προσφυγή δεν είναι απαράδεκτη διότι η Επιτροπή δεν ζητεί πλέον την επιβολή χρηματικής ποινής. Πράγματι, εφόσον το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφασίζει την επιβολή χρηματοοικονομικής κυρώσεως, μη προταθείσας από την Επιτροπή, η προσφυγή δεν καθίσταται απαράδεκτη για το γεγονός και μόνον ότι η Επιτροπή θεωρεί, σε κάποιο στάδιο της ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίας, ότι δεν τίθεται πλέον ζήτημα επιβολής χρηματικής ποινής. (βλ. σκέψεις 21-22) 2. Η ιδιαίτερη διαδικασία του άρθρου 3 της οδηγίας 89/665, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων περί της εφαρμογής των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης συμβάσεων κρατικών προμηθειών και δημοσίων έργων, δυνάμει της οποίας η Επιτροπή μπορεί να παρεμβαίνει σε κράτος μέλος εφόσον θεωρήσει ότι έχει διαπραχθεί σαφής και κατάφωρη παράβαση των κοινοτικών διατάξεων περί συμβάσεων του δημοσίου, αποτελεί προληπτικό μέτρο το οποίο δεν μπορεί ούτε να παρεκκλίνει από τις εκ του άρθρου 226 ΕΚ και 228 ΕΚ αρμοδιότητες της Επιτροπής ούτε να τις υποκαταστήσει. (βλ. σκέψη 23) 3. Μολονότι η διάταξη του άρθρου 2, παράγραφος 6, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 89/665, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων περί της εφαρμογής των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης συμβάσεων κρατικών προμηθειών και δημοσίων έργων, επιτρέπει στα κράτη μέλη να διατηρούν τα αποτελέσματα συμβάσεων συναφθεισών κατά παράβαση οδηγιών στον τομέα της συνάψεως δημοσίων συμβάσεων και προστατεύει, με τον τρόπο αυτό, τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των αντισυμβαλλομένων, δεν μπορεί όμως να έχει ως αποτέλεσμα να θεωρείται ότι η έναντι τρίτων συμπεριφορά της αναθέτουσας αρχής είναι σύμφωνη προς το κοινοτικό δίκαιο ύστερα από τη σύναψη τέτοιων συμβάσεων. Ωστόσο, μολονότι η διάταξη αυτή δεν επηρεάζει την εφαρμογή του άρθρου 226 ΕΚ, δεν επηρεάζει ούτε την εφαρμογή του άρθρου 228 ΕΚ, ειδάλλως συρρικνώνεται το περιεχόμενο των διατάξεων της Συνθήκης περί δημιουργίας της εσωτερικής αγοράς. Περαιτέρω, η διάταξη αυτή αφορά, όπως προκύπτει από τη διατύπωσή της, την αποκατάσταση την οποία ο θιγείς από παράβαση διαπραχθείσα εκ μέρους της αναθέτουσας αρχής μπορεί να επιτύχει από την αρχή αυτή. Ωστόσο, λόγω της εξειδίκευσής της, η διάταξη αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι διέπει και τη σχέση μεταξύ ενός κράτους μέλους και της Κοινότητας, σχέση η οποία εμπίπτει στο πλαίσιο των άρθρων 226 ΕΚ και 228 ΕΚ. (βλ. σκέψεις 33-35) 4. Ακόμη και αν υποτεθεί ότι, σε περίπτωση λύσης της συναφθείσας κατά παράβαση της οδηγίας 92/50 σύμβασης, οι αρχές της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, η αρχή pacta sunt servanda καθώς και το δικαίωμα της ιδιοκτησίας μπορούν να αντιταχθούν στην αναθέτουσα αρχή από τον αντισυμβαλλόμενό της, ένα κράτος μέλος δεν μπορεί, εν πάση περιπτώσει, να τα επικαλεστεί για να δικαιολογήσει τη μη εκτέλεση αποφάσεως διαπιστώνουσας παράβαση βάσει του άρθρου 226 ΕΚ και, ως εκ τούτου, να απεκδύεται της ευθύνης που υπέχει από το κοινοτικό δίκαιο. (βλ. σκέψη 36) 5. Ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλείται διατάξεις, πρακτικές ή καταστάσεις της εσωτερικής του έννομης τάξης για να δικαιολογήσει τη μη τήρηση των υποχρεώσεων και προθεσμιών που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο. (βλ. σκέψη 38)
ΔΕΚ/C-225/1998
Περίληψη 1. Σκοπός των κανόνων δημοσιότητας που προβλέπονται στην οδηγία 93/37, περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων, στους οποίους περιλαμβάνεται η δημοσίευση της προκηρύξεως προκαταρκτικής ενημερώσεως, είναι να ενημερωθούν εγκαίρως όλοι οι δυνάμει προσφέροντες σε κοινοτικό επίπεδο ως προς τα κύρια σημεία μιας συμβάσεως, προκειμένου να μπορέσουν να υποβάλουν την προσφορά τους εμπροθέσμως. Ο σκοπός αυτός υποδηλώνει ότι ο υποχρεωτικός ή όχι χαρακτήρας της προκηρύξεως προκαταρκτικής ενημερώσεως πρέπει να καθορίζεται ανάλογα με τις διατάξεις της εν λόγω οδηγίας σχετικά με τις προθεσμίες παραλαβής των προσφορών που υπέβαλαν οι προσφέροντες. Συναφώς, τα άρθρα 12, παράγραφος 1, και 13, παράγραφος 3, της οδηγίας 93/37, που καθορίζουν, γενικώς, σε 52 ημέρες για τις ανοικτές διαδικασίες και 40 ημέρες για τις κλειστές, αντιστοίχως, τις συνήθεις προθεσμίες παραλαβής των προσφορών, ουδόλως αναφέρονται στην προηγούμενη δημοσίευση προκηρύξεως προκαταρκτικής ενημερώσεως. Αντιθέτως, τα άρθρα 12, παράγραφος 2, και 13, παράγραφος 4, της οδηγίας 93/37, που παρέχουν στις αναθέτουσες αρχές τη δυνατότητα να μειώσουν τις προθεσμίες που προβλέπονται στα άρθρα 12, παράγραφος 1, και 13, παράγραφος 3, συνδέουν ρητώς τη δυνατότητα αυτή με την προηγούμενη δημοσίευση προκηρύξεως προκαταρκτικής ενημερώσεως. Επομένως, η δημοσίευση προκηρύξεως προκαταρκτικής ενημερώσεως είναι υποχρεωτική μόνον εφόσον οι αναθέτουσες αρχές κάνουν χρήση της ευχέρειας που τους παρέχεται να μειώσουν τις προθεσμίες παραλαβής των προσφορών. ( βλ. σκέψεις 35-38 ) 2. Σύμφωνα με το άρθρο 30, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/37, περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων, τα κριτήρια βάσει των οποίων οι αναθέτουσες αρχές αναθέτουν τα δημόσια έργα είναι είτε αποκλειστικά η χαμηλότερη τιμή είτε, αν η ανάθεση γίνεται στον υποβάλλοντα την πλέον συμφέρουσα από οικονομική άποψη προσφορά, διάφορα κριτήρια ανάλογα με το αντικείμενο της οικείας συμβάσεως, όπως η τιμή, η προθεσμία εκτελέσεως, τα έξοδα λειτουργίας, η αποδοτικότητα, η τεχνική αξία. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, οι αναθέτουσες αρχές υποχρεούνται να αναφέρουν τα κριτήρια αυτά, είτε στην προκήρυξη είτε στη συγγραφή υποχρεώσεων. όντως, η διάταξη αυτή δεν στερεί εντελώς από τις αναθέτουσες αρχές τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσουν ως κριτήριο έναν όρο που συνδέεται με την καταπολέμηση της ανεργίας, υπό την προϋπόθεση ότι ο όρος αυτός τηρεί όλες τις θεμελιώδεις αρχές του κοινοτικού δικαίου και, κυρίως, την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων, όπως αυτή απορρέει από τις διατάξεις της Συνθήκης σχετικά με το δικαίωμα εγκαταστάσεως και την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών. Επιπλέον, ακόμη και αν το κριτήριο αυτό δεν είναι αφεαυτού ασυμβίβαστο προς την οδηγία 93/37, πρέπει κατά την εφαρμογή του να τηρούνται όλοι οι διαδικαστικοί κανόνες της οδηγίας αυτής και ιδίως οι κανόνες δημοσιότητας που περιέχονται σ' αυτήν. Επομένως, ένα κριτήριο αναθέσεως που συνδέεται με την καταπολέμηση της ανεργίας πρέπει να μνημονεύεται ρητώς στην προκήρυξη του διαγωνισμού, ώστε να είναι οι εργολήπτες σε θέση να πληροφορηθούν την ύπαρξη της προϋποθέσεως αυτής. ( βλ. σκέψεις 49-51, 73 ) 3. παραβαίνει τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 22, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/37, περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων, το κράτος μέλος το οποίο, στην προκήρυξη του διαγωνισμού, περιορίζει σε πέντε τον αριθμό των υποψηφίων που μπορούν να υποβάλουν προσφορές για τις επίμαχες συμβάσεις. Καίτοι είναι αληθές ότι το άρθρο 22, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/37 δεν ορίζει ελάχιστο αριθμό υποψηφίων τους οποίους οι αναθέτουσες αρχές υποχρεούνται να προσκαλέσουν όταν δεν επιλέγουν τον καθορισμό ορίου που προβλέπει η διάταξη αυτή, πάντως, ο κοινοτικός νομοθέτης θεώρησε ότι, στο πλαίσιο κλειστής διαδικασίας και όταν οι αναθέτουσες αρχές προβλέπουν ένα όριο, αριθμός υποψηφίων μικρότερος του πέντε δεν αρκεί για την εξασφάλιση συνθηκών πραγματικού ανταγωνισμού. Τούτο πρέπει να ισχύει κατά μείζονα λόγο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες οι αναθέτουσες αρχές επιλέγουν να προσκαλέσουν τον ανώτατο αριθμό υποψηφίων. Επομένως, ο αριθμός των επιχειρήσεων που μία αναθέτουσα αρχή σκοπεύει να προσκαλέσει για να υποβάλουν προσφορές στο πλαίσιο κλειστής διαδικασίας δεν μπορεί, σε καμία περίπτωση, να είναι μικρότερος του πέντε. ( βλ. σκέψεις 59-63 ) 4. παραβαίνει τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 59 της Συνθήκης (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 49 ΕΚ) καθώς και από την οδηγία 71/305, περί συντονισμού των διαδικασιών συνάψεως συμβάσεων δημοσίων έργων, το κράτος μέλος που, στις προκηρύξεις διαγωνισμών, χρησιμοποιεί, όσον αφορά τη μέθοδο προσδιορισμού των τμημάτων του έργου, παραπομπές στις κατατάξεις εθνικών επαγγελματικών οργανώσεων και, άλλωστε, απαιτεί από τον καταρτίζοντα κατασκευαστικά σχέδια, ως ελάχιστη προϋπόθεση συμμετοχής, δικαιολογητικό εγγραφής στον σύλλογο αρχιτεκτόνων. πράγματι, στο μέτρο που ο καθορισμός των τμημάτων του έργου με παραπομπή σε κατατάξεις εθνικών επαγγελματικών οργ