×
register
Συνδρομητική Υπηρεσία. Για να έχετε πλήρη πρόσβαση στο mydocman.gr πρέπει να συνδεθείτε: Είσοδος

Αριθμός Πρωτοκόλλου: ΝΣΚ/228/2004

Θέμα:

Ανάκληση άδειας σύστασης Ανωνύμου Εταιρίας.(..)Κατάσταση : Αποδεκτή 
Κατ’ άρθρο 48 ΚΝ 2190/1920, η ανάκληση της διοικητικής άδειας σύστασης Ανωνύμου Εταιρίας χωρεί από την Διοίκηση, όταν το σύνολο των ιδίων κεφαλαίων της εταιρίας, έχει καταστεί μικρότερη του ενός δεκάτου (1/10) του μετοχικού κεφαλαίου, μετά από εκτίμηση της πραγματικής αξίας των παγίων στοιχείων του ενεργητικού της εταιρίας. Η ανάκληση αυτής για να είναι έγκυρη πρέπει να δημοσιευτεί, στο οικείο ΦΕΚ συντόμως, πάντως, όχι πέραν του ευλόγου χρόνου, άλλως η δημοσίευση αυτή καθίσταται ανεπίκαιρη.


Τύπος: ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΕΙΣ Ν.Σ.Κ.

ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ:

Ιστορικό Κωδικοποιήσεων

Σχετικά Έγγραφα

ΝΣΚ/122/2007

Απόσχιση-εισφορά κλάδου ανωνύμου εταιρείας – αποφάσεις γενικών συνελεύσεων εμπλεκομένων ανωνύμων εταιρειών – αυξημένη ή απλή απαρτία και πλειοψηφία των άρθρων 29 και 31 του ΚΝ 2190/1920.(..)Κατάσταση : Αποδεκτή 
α) Η απόφαση για την απόσχιση του αποθηκευτικού κλάδου της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος και την εισφορά του στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «ΕΘΝΙΚΗ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΩΝ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ Α.Ε.» θα πρέπει να ληφθεί από την γενική συνέλευση της Τράπεζας αυτής, με την απλή όμως απαρτία και πλειοψηφία των άρθρων 29 παρ.1 και 31 παρ.1 του ΚΝ 2190/1920. β) Στις περιπτώσεις αποσχίσεως κλάδου ανωνύμου εταιρείας και εισφοράς του σε άλλη λειτουργούσα ανώνυμη εταιρεία απαιτούνται σχετικές αποφάσεις των γενικών συνελεύσεων και των δύο εμπλεκομένων εταιρειών, οι αποφάσεις δε αυτές λαμβάνονται με την αυξημένη μεν απαρτία και πλειοψηφία των άρθρων 29 παρ.3 και 31 παρ.2 του ΚΝ 2190/1920, εφόσον, κατά το συνήθως συμβαίνον, με τις ανωτέρω αποσχίσεις επέρχονται μεταβολές του αντικειμένου των επιχειρήσεων, με την απλή δε απαρτία και πλειοψηφία των άρθρων 29 παρ.1 και 31 παρ.1 του ΚΝ 2190/1920, στις άλλες περιπτώσεις.


ΝΣΚ/123/2009

Χορήγηση δανείων από αλλοδαπή θυγατρική εταιρία στον Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο της ημεδαπής μητρικής ανώνυμης εταιρίας, μέσω παρενθέτου αλλοδαπού νομικού προσώπου – Υπαγωγή στις απαγορευμένες συναλλαγές του άρθρου 23α του ΚΝ 2190/1920.(..)Κατάσταση : Αποδεκτή 
Από την συνδυαστική ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου 23α παρ.1 και 3 του ΚΝ 2190/1920, όπως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο σύναψης των επίμαχων δανειακών συμβάσεων, με τις διατάξεις των άρθρων 42ε παρ.5 εδ.α περ.αα έως δδ και 90 του ιδίου νόμου, προκύπτει ότι η απόλυτη απαγόρευση της χορήγησης δανείων από την θυγατρική εταιρία σε μέλος του Δ.Σ. της μητρικής ανώνυμης εταιρίας, ισχύει ακόμη κι όταν η θυγατρική εταιρία έχει την έδρα της σε χώρα του εξωτερικού, στην οποία ενδεχομένως δεν υφίσταται τέτοια απαγόρευση. Η ερμηνευτική αυτή εκδοχή, συνάδει τόσο με την γραμματική διατύπωση των προαναφερομένων διατάξεων, οι οποίες, για την εφαρμογή της απαγορευτικής ρύθμισης, δεν διακρίνουν μεταξύ ημεδαπών και αλλοδαπών θυγατρικών εταιριών, όσο και με τον σκοπό που εξυπηρετούν, που είναι η πρόληψη και αποτροπή κάθε περιουσιακής μετακίνησης, με τη μορφή των προβλεπόμενων στο άρθρο 23α παρ.1 συναλλακτικών σχέσεων, από την θυγατρική προς τα πρόσωπα της μητρικής ανώνυμης εταιρίας, που ως εκ της θέσεώς τους, ασκούν κυριαρχική επιρροή στις εταιρικές υποθέσεις. Εξάλλου, η εφαρμογή του άρθρου 23α παρ.1 και 3 του ΚΝ 2190/1920, είναι επιβεβλημένη και με βάση τις διατάξεις του ελληνικού ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, και ιδίως του άρθρου 10 του ΑΚ, που προκρίνει ως εφαρμοστέο δίκαιο στις εσωτερικές σχέσεις των οργάνων της εταιρίας, και ειδικότερα στις συναπτόμενες με τα μέλη του διοικητικού της συμβουλίου συμβάσεις, το δίκαιο της έδρας της εταιρίας. Η παρεμβολή εν προκειμένω της εξωχώριας εταιρίας, δεν αναιρεί την εφαρμογή της ως άνω απαγορευτικής διάταξης, εφόσον, σύμφωνα με την κρατούσα άποψη, η επίμαχη ρύθμιση καταλαμβάνει και τις περιπτώσεις που τα αναφερόμενα σ αυτήν πρόσωπα, ενεργούν μέσω παρενθέτων προσώπων. (ομοφ.)


ΝΣΚ/45/2005

Δυνατότητα εκλογής νέων μελών Δ.Σ. με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου Ανώνυμης Εταιρίας.(..)Κατάσταση : Αποδεκτή 
Η γενομένη, κατ’ άρθρο 34 παρ.2 του ΚΝ 2190/1920 εκλογή από το Διοικητικό Συμβούλιο της Ανώνυμης Εταιρίας νέου μέλους αυτού, λόγω παραιτήσεως του διορισθέντος από τη Γενική Συνέλευση μέλους, παύει, αυτοδικαίως, εάν κατά την πρώτη Γ.Σ. (τακτική ή έκτακτη) δεν εισαχθεί σ’ αυτήν για επικύρωση. Η δε εξουσία του Δ.Σ. προς διορισμό νέων μελών παύει, έκτοτε, του δικαιώματος αυτού παραμένοντος στη Γενική Συνέλευση, σύμφωνα με την παρ.1 του άρθρου 34.


ΝΣΚ/300/2010

Έκτακτος διαχειριστικός έλεγχος ανώνυμης εταιρίας.(..)Κατάσταση : Αποδεκτή 
α) Οι καταγγελλόμενες πράξεις του Προέδρου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «……………ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ», δύνανται να αποτελέσουν λόγο εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 40 παρ.1 περ.γ του ΚΝ 2190/1920. (ομοφ.) β) Ο Υπουργός Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας έχει αρμοδιότητα να ζητήσει από το αρμόδιο Δικαστήριο τη διενέργεια έκτακτου διαχειριστικού ελέγχου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «……………ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ». (πλειοψ.) γ) Ο Γενικός Γραμματέας Περιφέρειας (Αποκεντρωμένη Κρατική Διοίκηση) δεν μπορεί να υποκαταστήσει τον Νομάρχη Κιλκίς στην άσκηση της σχετικής αρμοδιότητας αυτού, η οποία, από 1-1-2011, θα περιέλθει στην (Αιρετή) Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας. (ομοφ.)


ΝΣΚ/440/2002

Κρατικές Προμήθειες. Υπαγωγή της Ανώνυμης Εταιρίας Εκμετάλλευσης και Διαχείρισης Ελληνικών Αυτοκινητοδρόμων ΤΕΟ ΑΕ στον Ν 2286/1995.(..)Κατάσταση : Εκκρεμεί αποδοχή 
Από τον συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 15 παρ.3 του Ν 2938/2001 και του άρθρου 5 παρ.8 του Ν 2229/1994 προκύπτει ότι η ως άνω Ανώνυμη Εταιρία, η οποία αποτελεί, κατά νόμο, δημόσια επιχείρηση πλην, όμως, λειτουργεί κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας και διέπεται από τις ειδικές διατάξεις του ιδρυτικού της νόμου και του ΚΝ 2190/1920, δεν υπάγεται στις διατάξεις του Ν 2286/1995 για τις προμήθειες, παρά μόνο στις σχετικές για τις προμήθειες διατάξεις του ΠΔ 370/1995, με τις οποίες έγινε προσαρμογή της Ελλ. Νομοθεσίας με την Οδηγία 93/36/ΕΕ.


ΝΣΚ/335/2011

Δυνατότητα καταχώρησης στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιριών, αποφάσεων της φερομένης ως αυτόκλητης καθολικής έκτακτης Γ.Σ. ανωνύμου εταιρίας, τελούσης υπό εκκαθάριση.(..)Κατάσταση : Αποδεκτή 
α) Η Δ/νση Α.Ε. και Πίστεως της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου δεν πρέπει να προβεί σε καταχώριση στο οικείο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών και σε σχετική δημοσίευση στο Τεύχος Α.Ε. και Ε.Π.Ε. της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως, των αποφάσεων της από 14.9.2010, φερομένης ως αυτόκλητης καθολικής έκτακτης Γ.Σ., της υπό εκκαθάριση, κατ’ άρθρο 22 του Ν 3606/2007, τελούσης εταιρίας με την επωνυμία «G-TRADE ΑΝΩΝΥΜΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ», αφού σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, η ανωτέρω Γ.Σ., δεν ηδύνατο να προβεί σε αντικατάσταση των διορισμένων από το δικαστήριο, ως άνω εκκαθαριστών, καθόσον όπως συνάγεται από το από 14.9.2010 πρακτικό της που υπέβαλε προς την ανωτέρω Δ/νση, δεν είχε περατωθεί η ειδική εκκαθάριση του ανωτέρω άρθρου 22. β) Η ανωτέρω Δ/νση προκειμένου να θεωρήσει, εάν έχει πλέον ολοκληρωθεί το στάδιο της ειδικής εκκαθαρίσεως του άρθρου 22 του Ν 3606/2007, θα πρέπει, κατά τα προαναφερθέντα γενόμενα δεκτά στη θεωρία και τη νομολογία, να βασισθεί αποκλειστικά σε τυχόν υποβληθησόμενο σ’ αυτή, νέο πρακτικό Γ.Σ., από το οποίο θα προκύπτει η ανωτέρω περάτωση, δεν έχει δε την αρμοδιότητα να προβαίνει αυτεπαγγέλτως σε συλλογή αποδείξεων, όπως, εν προκειμένω, δια της λήψεως των επιστολών του Επόπτη και των ανωτέρω εκκαθαριστών που διορίσθηκαν από το δικαστήριο. γ) Εφόσον, από νέο πρακτικό Γ.Σ. συνάγεται, αφ’ ενός μεν, η περάτωση της ειδικής εκκαθαρίσεως του άρθρου 22 του Ν 3606/2007, αφ’ ετέρου δε, η λήψη νέας αποφάσεως της Γ.Σ. περί αντικαταστάσεως των ανωτέρω διορισμένων από το δικαστήριο, κατ’ εφαρμογή της παρ.9 του ανωτέρω άρθρου, εκκαθαριστών, είναι σύννομη μία τέτοια αντικατάσταση στα πλαίσια, πλέον, της κοινής εκκαθαρίσεως των άρθρων 49 επ. του Κ.Ν.2190/1920, υπό την προϋπόθεση βεβαίως, ότι η ανωτέρω απόφαση ελήφθη νομοτύπως με τη νόμιμη απαρτία και πλειοψηφία. (ομοφ.)


ΕΣ/ΤΜ.7/33/2013

Συμμετοχή Δήμου στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου εταιρίας. (..) ζητείται η ανάκληση της 79/2013 πράξης του Κλιμακίου Προληπτικού Ελέγχου του VII Τμήματος, με την οποία κρίθηκε ότι δεν πρέπει να θεωρηθεί το ..., οικονομικού έτους 2012, χρηματικό ένταλμα πληρωμής του Δήμου ..., ποσού 9.000,00 ευρώ, το οποίο εκδόθηκε υπέρ της φερόμενης ως δικαιούχου εταιρείας «… Α.Ε.» και αφορούσε στην καταβολή τιμήματος αγοράς 3.000 μετοχών, προκειμένου ο ανωτέρω Δήμος να συμμετάσχει στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της προαναφερθείσας εταιρείας..(..)Ως επιχειρήσεις ΟΤΑ, που υποχρεούνται να προσαρμόσουν το καταστατικό τους στις διατάξεις του ν. 3463/2006, νοούνται οι αμιγείς δημοτικές και κοινοτικές επιχειρήσεις που είχαν συσταθεί, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 288, 289, 290 και 291 του π.δ. 410/1995, από ΟΤΑ ή στις οποίες συμμετέχουν κατά πλειοψηφία φορείς της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Η δικαιούχος των επίμαχων χρηματικών ενταλμάτων πληρωμής εταιρεία, που συστάθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 80 του π.δ/τος 30/1996, 291 παρ. 1β΄ του π.δ/τος 410/1995 και εκείνες του κ.ν. 2190/1920...(..)Περαιτέρω, για τη συμμετοχή των Δήμων ......, … και …. στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της, δεν απαιτείτο η προηγούμενη έγκριση της συνταχθείσας οικονομοτεχνικής μελέτης από τα οικεία δημοτικά συμβούλια. Από τους ισολογισμούς δε της άνω ανώνυμης εταιρείας των οικονομικών ετών 2005 έως 2011, προκύπτει ότι σε καμία χρήση τα ίδια κεφάλαιά της δεν έχουν καταστεί αριθμητικά μικρότερα από το ½ του μετοχικού της κεφαλαίου, ενώ από την οικονομοτεχνική μελέτη (σελίδες 1 και 69 έως 72) προκύπτει ότι κατά την τρέχουσα περίοδο η εταιρεία υλοποιεί το πρόγραμμα LEADER στην Π.Ε. ..., συνολικού προϋπολογισμού 13.000.000,00 ευρώ....Με τα δεδομένα αυτά πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση και να ανακληθεί η 79/2013 πράξη του Κλιμακίου Προληπτικού Ελέγχου στο VII Τμήμα, τα επίμαχα δε ..., 89 και 120, οικονομικού έτους 2012, χρηματικά εντάλματα πληρωμής των Δήμων..., … και …., αντίστοιχα, θα μπορούσαν να θεωρηθούν αν δεν είχε λήξει το οικονομικό έτος 2012, σε βάρος των πιστώσεων του προϋπολογισμού του οποίου εκδόθηκαν. (Ανακαλεί την ΕλΣυν/Τμ.7(ΚΠΕ)/79/2013)


ΕΣ/ΤΜ.6/2776/2011

ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΚΑΘΑΡΙΟΤΗΤΑΣ.(..) ζητείται η ανάκληση της 196/2011 Πράξης του Ζ΄ Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με την οποία κρίθηκε ότι κωλύεται η υπογραφή των σχεδίων σύμβασης με αντικείμενο την παροχή υπηρεσιών καθαριότητας...  με την αιτιολογία ότι δεν συνέτρεχαν οι τιθέμενες από τις διατάξεις του άρ.25 παρ.1 περ.γ΄ του π.δ.60/2007 προϋποθέσεις προσφυγής στη διαδικασία της διαπραγμάτευσης χωρίς δημοσίευση σχετικής προκήρυξης. (..) Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στην προηγούμενη σκέψη, το Τμήμα άγεται στην κρίση ότι, όπως βασίμως ισχυρίζεται το ….., αποφαινόμενο ως ανωτέρω το Κλιμάκιο με την προσβαλλόμενη 196/2011 Πράξη του, έσφαλε, καθόσον πράγματι συνέτρεχε κατεπείγουσα ανάγκη άμεσης κάλυψης των επιτακτικών αναγκών καθαριότητας των χώρων του Πανεπιστημίου κατά το μεσοδιάστημα μέχρι την ολοκλήρωση της νέας ανοικτής διαγωνιστικής διαδικασίας, προς αποτροπή σοβαρών κινδύνων για την υγεία της πανεπιστημιακής κοινότητας, δεδομένης τόσο της συνεχούς χρήσης των πανεπιστημιακών εγκαταστάσεων από μεγάλο αριθμό ατόμων, όσο και της ιδιαιτερότητας πολλών από αυτές (όπως τα κτίρια της ιατρικής και της οδοντιατρικής σχολής). Η δε δραστική μείωση της επιχορήγησης του πανεπιστημίου και η ως εκ του λόγου αυτού μεταβολή των οικονομικών του δεδομένων, η οποία κατέστησε ανεπίκαιρα τα δεδομένα της αρχικής διαγωνιστικής διαδικασίας και άρα αλυσιτελή την ολοκλήρωσή της και επέβαλε τη διενέργεια νέου διαγωνισμού κατόπιν σύνταξης νέων, αναπροσαρμοσμένων προδιαγραφών, συνιστά, κατά την κρίση του Τμήματος, απρόβλεπτη περίσταση, μη αναγόμενη στη σφαίρα ευθύνης της αναθέτουσας αρχής. Σε κάθε περίπτωση πάντως η αναθέτουσα αρχή είχε δρομολογήσει εγκαίρως τη διαγωνιστική διαδικασία (23.3.2010) και σε χρόνο ικανό πριν τη λήξη των ισχυουσών συμβάσεων (31.1.2011), και άρα δε δύναται να θεωρηθεί ότι συντρέχει περίπτωση έλλειψης προγραμματισμού και επιμέλειας, πέραν του ότι, όπως προαναφέρθηκε, η ανατροπή των οικονομικών δεδομένων κατέστησε ανεπίκαιρη την όλη διαγωνιστική διαδικασία, η ολοκλήρωση της οποίας παρίστατο πλέον ούτως ή άλλως αλυσιτελής. Ομοίως αλυσιτελής για τον αυτό λόγο θα ήταν εξάλλου και τυχόν παράταση της ισχύος κατ΄ άρ.13 του π.δ.118/2007 των υποβληθεισών προσφορών, οι οποίες είχαν συνταχθεί βάσει των προγενέστερων οικονομικών δεδομένων, πέραν του ότι σε κάθε περίπτωση η δυνητική διατύπωση της ως άνω διάταξης συνηγορεί υπέρ της ύπαρξης σχετικής διακριτικής ευχέρειας και όχι δέσμιας αρμοδιότητας της αναθέτουσας αρχής. Ομοίως κατ΄ ενάσκηση διακριτικής ευχέρειας μπορεί –και δεν υποχρεούται- η αναθέτουσα αρχή κατ΄ άρ.21 παρ.1 του π.δ.118/2007 να προβεί σε μείωση του συμβατικού αντικειμένου, κατακυρώνοντας μικρότερη ποσότητα των υπό προμήθεια ειδών, ωστόσο η συγκεκριμένη διάταξη δε δύναται να τύχει ανάλογης εφαρμογής εν προκειμένω, όπως δέχεται το Κλιμάκιο, επί εσφαλμένης προϋπόθεσης ερειδόμενο, καθόσον δεν πρόκειται για προμήθεια, αλλά για παροχή υπηρεσιών καθαριότητας, και μάλιστα σε εγκαταστάσεις που παρουσιάζουν ιδιαιτερότητες, γεγονός που δεν επιτρέπει την οριζόντια, αναλογική μείωση του συμβατικού αντικειμένου. Κατ΄ ακολουθία των ανωτέρω, το Τμήμα αποφαίνεται ότι πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση ανάκλησης καθώς και η ασκηθείσα παρέμβαση και να ανακληθεί η προσβαλλόμενη 196/2011 Πράξη του Ζ΄ Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου. (..) Ανακαλεί την 196/2011 Πράξη του Ζ΄ Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου.


ΣΤΕ/1505/2015

ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΡΓΑ:Επειδή, εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, με την από 4.8.2005 σύμβαση, η οποία συνήφθη κατόπιν μειοδοτικού διαγωνισμού, η αναιρεσείουσα τεχνική εταιρεία ανέλαβε την εκτέλεση του έργου «Οδοσήμανση Οδικού Επαρχιακού Δικτύου», σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 1418/1984 και του π.δ/τος 609/1985. Στις 30.6.2006 υπεγράφη η 1η συμπληρωματική σύμβαση, λόγω υπερβάσεως του συμβατικού αντικειμένου του έργου. Στα πλαίσια των ανωτέρω συμβάσεων, στις 29.9.2006 υποβλήθηκε ο 4ος λογαριασμός του έργου, ποσού 204.049,91 ευρώ. Στις 6.10.2006 εγκρίθηκε από τη διευθύνουσα υπηρεσία το ένα μόνον αντίγραφο του εν λόγω λογαριασμού, προς διευκόλυνση της αναιρεσειούσης, ώστε να προβεί σε ενεχυρίαση – εκχώρηση της απαιτήσεώς της από τον ως άνω λογαριασμό προς την «Εγνατία Τράπεζα Α.Ε.». Για την εν λόγω εκχώρηση συνήφθη η από 19.10.2006 σύμβαση μεταξύ της αναιρεσειούσης και της ως άνω Τραπέζης προς εξασφάλιση πιστώσεως με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό. Κατά τον ίδιο τρόπο, στις 17.1.2007 υποβλήθηκε ο 5ος λογαριασμός του έργου, ποσού 142.704,92 ευρώ, εγκρίθηκε στις 19.1.2007 το ένα μόνον αντίγραφο αυτού από τη διευθύνουσα υπηρεσία και με την από 2.2.2007 σύμβαση εκχωρήσεως λόγω ενεχύρου, μεταξύ της αναιρεσειούσης και της ίδιας Τραπέζης, ενεχυριάσθηκε η ως άνω απαίτηση του 5ου λογαριασμού, προς εξασφάλιση πιστώσεως με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό προς την αναιρεσείουσα. Με την αγωγή της η αναιρεσείουσα ζήτησε την αναγνώριση της καταβολής των ως άνω ποσών, προσαυξημένων με τον νόμιμο τόκο υπερημερίας από της επιδόσεως της αγωγής, υποστηρίζοντας ότι η απαίτησή της για την εξόφληση των δύο ανωτέρω λογαριασμών, συνολικού ποσού 346.754,83 ευρώ, είναι, μετά τη θεώρηση – έγκριση αυτών από τη διευθύνουσα υπηρεσία, βεβαία και εκκαθαρισμένη και, επομένως, έπρεπε οι εν λόγω λογαριασμοί να εξοφληθούν εντός διμήνου από την υποβολή τους ή εντός μηνός από την έγκριση και θεώρησή τους, ήτοι από τις 7.11.2006 και 20.2.2007, αντιστοίχως. Με τα ως άνω δεδομένα, το Διοικητικό Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: «Επειδή σε περίπτωση ενεχυριάσεως απαιτήσεως (προς εξασφάλιση απαιτήσεως ανωνύμου εταιρίας με αιτία αλληλόχρεο λογαριασμό), μετά την αναγγελία της εκχωρήσεως της απαιτήσεως στον οφειλέτη αποκόπτεται κάθε δεσμός του τελευταίου με τον εκχωρητή, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην 5η σκέψη. Όταν όμως υφίστανται οφειλές του εκχωρητή προς το ΙΚΑ, εκχώρηση της απαιτήσεως που συναρτάται με τις οφειλές αυτές δεν ισχύει, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παρ. 7 του άρθρου 39 του ν. 2065/1992. Εν προκειμένω, προκύπτει ότι η ενάγουσα ανώνυμη εταιρία, εκχώρησε τις απαιτήσεις της από τον 4ο και 5ο λογαριασμό προς την «Εγνατία Τράπεζα Α.Ε.», χωρίς να καταβάλει τις οφειλές της προς το ΙΚΑ, ή τουλάχιστον χωρίς να αποδεικνύει ότι δεν έχει σχετικές οφειλές, αφού δεν προσκομίζει αποδεικτικό ασφαλιστικής ενημερότητας. Περαιτέρω, η καταβολή του ανωτέρω ποσού και πριν από την ενεχυρίαση της σχετικής απαιτήσεως και μετά, δεν μπορεί να γίνει χωρίς την προσκόμιση πιστοποιητικού ασφαλιστικής ενημερότητας. Επομένως, εφόσον δεν καθίσταται γνωστό στο δικαστήριο, εάν εχώρησε νόμιμη ή όχι εκχώρηση των ανωτέρω απαιτήσεων για καταβολή των ανωτέρω ποσών των δύο λογαριασμών (4ου και 5ου) και μόνο υπό την εκδοχή ότι η ενάγουσα νομιμοποιείται ενεργητικά για την άσκηση αγωγής, πρέπει η κρινόμενη αγωγή να απορριφθεί και ως προς την κύρια απαίτησή της, για καταβολή των ποσών των δύο πιο πάνω λογαριασμών, αφού πληρωμή λογαριασμών δεν χωρεί, χωρίς την εξόφληση των αντιστοιχουσών εισφορών και επιβαρύνσεων προς το Ίδρυμα, η δε ενάγουσα δεν απέδειξε ότι δεν υφίστανται οι παραπάνω οφειλές αυτής προς το Ίδρυμα. Τέλος, εφόσον η τελευταία δεν προσκομίζει το σχετικό αποδεικτικό ασφαλιστικής ενημερότητας, δεν υφίσταται υπαιτιότητα του κυρίου του έργου –Νομαρχιακού Διαμερίσματος Ροδόπης– για τη μη πληρωμή του 4ου και 5ου λογαριασμού του παραπάνω έργου και κατά συνέπεια, δεν γεννάται υποχρέωση αυτού προς καταβολή τόκων υπερημερίας επί των καθυστερουμένων ποσών, καθ’ όλο το χρονικό διάστημα κατά το οποίο διαρκεί η παράλειψη της ενάγουσας αναδόχου να υποβάλλει την κατά τα ανωτέρω απόδειξη για καταβολή των υπέρ του ΙΚΑ ασφαλιστικών εισφορών». Επειδή, η αναιρεσείουσα προβάλλει, ειδικότερα, ότι η προπαρατεθείσα κρίση του δικάσαντος Διοικητικού Εφετείου είναι αναιρετέα, διότι, κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων, η μη υποβολή εξαρχής από την ανάδοχο της ασφαλιστικής και φορολογικής της ενημερότητας δεν δύναται να θεμελιώσει υπαιτιότητά της για τη μη πληρωμή, αφού δεν προκύπτει από τις εν λόγω διατάξεις ότι η ανάδοχος είναι υποχρεωμένη να συνυποβάλει τις ως άνω ενημερότητες με τις σχετικές πιστοποιήσεις προς πληρωμή, αλλά τουναντίον η ανάδοχος έχει την ευχέρεια να τις υποβάλει μεταγενεστέρως και μάλιστα μετά την οριστικοποίηση των πληρωτέων ποσών, οπότε και θα γνωρίζει το ύψος των σχετικών ποσών που πρέπει να αποδοθούν στους τρίτους. Σύμφωνα, όμως, με τα γενόμενα δεκτά στην όγδοη σκέψη, εφόσον, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, οι επίδικοι λογαριασμοί δεν συνοδεύονταν από τις, απαραίτητες κατά το νόμο για την πληρωμή τους, βεβαιώσεις ασφαλιστικής και φορολογικής ενημερότητας, δεν γεννήθηκε υποχρέωση της αναιρεσίβλητης προς πληρωμή τους. Πρέπει, συνεπώς, να απορριφθεί ο ως άνω λόγος ως αβάσιμος.