×
register
Συνδρομητική Υπηρεσία. Για να έχετε πλήρη πρόσβαση στο mydocman.gr πρέπει να συνδεθείτε: Είσοδος

Αριθμός Πρωτοκόλλου: ΝΣΚ/170/2001

Θέμα:

Μηχανικοί. Υπάλληλοι. Έξοδα κίνησης. Φορολογία.(..)Κατάσταση : Εκκρεμεί αποδοχή 
Τα χρηματικά ποσά που καταβάλλονται κατ αποκοπή, ως έξοδα κίνησης σε μηχανικούς και λοιπούς υπαλλήλους, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ.7 του δεύτερου άρθρου του Ν 1190/81, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ.2 του άρθρου 49 του Ν 2778/99 και των ΚΥΑ που εκδόθηκαν σε εκτέλεση των διατάξεων αυτών, αποτελούν πράγματι κατά ένα μέρος έξοδα κίνησης, όπως αυτά καθορίζονται με το Ν 2685/99, αφού εμπεριέχουν την χιλιομετρική αποζημίωση των μετακινουμένων υπαλλήλων και έξοδα διαμονής και σίτισης (για όσους ανήκουν οργανικά σε υπηρεσιακές μονάδες που εδρεύουν εκτός Αττικής), και ως προς το μέρος αυτό (το οποίο πρέπει να υπολογισθεί επακριβώς από τον εκκαθαριστή) δεν φορολογούνται, ενώ κατά τα λοιπά αποτελούν προσαύξηση των αποδοχών τους και ως τέτοια θεωρούνται εισόδημα και φορολογούνται. (πλειοψ.)


Τύπος: ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΕΙΣ Ν.Σ.Κ.

ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ:

Ιστορικό Κωδικοποιήσεων

Σχετικά Έγγραφα

ΕΣ/ΚΠΕ.ΤΜ.1/220/2019

Καταβολή εξόδων κίνησης...Με τα δεδομένα αυτά, το Κλιμάκιο άγεται στην κρίση ότι νομίμως εκκαθαρίστηκαν έξοδα κίνησης για τη μετάβαση όλων των δικαιούχων των χρηματικών ενταλμάτων περιφερειακών συμβούλων στην ..., δηλαδή και εκείνων (ονομαστικώς αναφερομένων υπό ΙΙΙ.1, 2 και 3) των οποίων ο τόπος κατοικίας απέχει από τον τόπο προορισμού απόσταση υπολειπόμενη του ορίου των 50 χιλιομέτρων και, κατά συνέπεια, οι σχετικές μετακινήσεις χαρακτηρίζονται ως «εντός έδρας» κατά την έννοια του άρθρου 1 περιπτ. 8 της υποπαραγράφου Δ9 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015. Και τούτο, διότι, ως προεκτέθηκε στην υπό ΙΙ.Β νομική σκέψη, με τη διάταξη του άρθρου 184 παρ. 3 του ν. 3852/2010 αναγνωρίζονται έξοδα κίνησης σε όλους ανεξαιρέτως τους περιφερειακούς συμβούλους, οι οποίοι μεταβαίνουν από τον τόπο κατοικίας τους στην έδρα της περιφέρειας προκειμένου να συμμετάσχουν στις εργασίες των συλλογικών οργάνων της, η δε χιλιομετρική απόσταση του τόπου κατοικίας από την έδρα της περιφέρειας λαμβάνεται υπόψη μόνο για τον υπολογισμό του είδους και του ποσού των αναγνωριζόμενων εξόδων που προβλέπονται στις γενικές διατάξεις της υποπαραγράφου Δ9 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015, όχι όμως και για τον προσδιορισμό των δικαιούχων που προκύπτει ευθέως από την ειδική διάταξη του ν. 3852/2010. Ως εκ τούτου και δοθέντος ότι δεν προβάλλεται από την Επίτροπο έτερος λόγος διαφωνίας, οι εντελλόμενες με τα υπό έλεγχο χρηματικά εντάλματα δαπάνες παρίστανται νόμιμες στο σύνολό τους, αυτά ωστόσο δεν πρέπει να θεωρηθούν λόγω λήξης του οικονομικού έτους 2018, τις πιστώσεις του οποίου επιβαρύνουν.


ΝΣΚ/180/2017

Έξοδα κίνησης και παράστασης προϊσταμένων υπηρεσιακών λειτουργιών της ΟΤΕ ΑΕ.Έξοδα κίνησης και παράστασης προϊσταμένων υπηρεσιακών λειτουργιών της ΟΤΕ ΑΕ(..)Η παροχή με την ονομασία «έξοδα κίνησης και παράστασης προϊσταμένου», που χορηγήθηκε σε προϊσταμένους υπηρεσιακών λειτουργιών της ΟΤΕ ΑΕ, με βάση την από 16/5/1995 ΕΣΣΕ, η οποία υπεγράφη μεταξύ ΟΤΕ ΑΕ και ΟΜΕ-ΟΤΕ, αποτελεί εισόδημα από μισθωτή εργασία και υπόκειται σε φόρο εισοδήματος, τόσο υπό το καθεστώς του ΚΦΕ (ν. 2238/1994) όσο και του νέου ΚΦΕ (ν. 4172/2013), υπό την εξυπακουόμενη βεβαίως προϋπόθεση ότι οι εν προκειμένω ενδιαφέροντες όροι της εν λόγω ΕΣΣΕ είναι διαχρονικώς ενεργοί. Παρεπομένως, η ΟΤΕ ΑΕ, υποχρεούται να προβαίνει σε παρακράτηση φ.μ.υ. επί των εξόδων κινήσεως και παραστάσεως και σε απόδοσή του στο Ελληνικό Δημόσιο. Δεν δεσμεύουν το Ελληνικό Δημόσιο, αλλ’ ούτε και αποτελούν νομολογιακό δεδομένο για τη φορολογική διοίκηση οι αποφάσεις πολιτικών δικαστηρίων, με τις οποίες επιδικάσθηκε στους ενάγοντες εργαζομένους της ΟΤΕ ΑΕ, υπό μορφή αποζημιώσεως, ο παρακρατηθείς και αποδοθείς στο Δημόσιο φόρος μισθωτών υπηρεσιών (φ.μ.υ.), ο οποίος αντιστοιχούσε στα ποσά που καταβλήθηκαν από την ΟΤΕ ΑΕ ως έξοδα κινήσεως και παραστάσεως σε προϊσταμένους υπηρεσιακών λειτουργιών αυτού, με βάση την από 16/5/1995 ΕΣΣΕ, με την αιτιολογία ότι τα έξοδα κινήσεως και παραστάσεως δεν υπέκειντο σε φόρο εισοδήματος και, επομένως, η παρακράτηση εχώρησε μη νομίμως. Η φορολογική διοίκηση δεν υποχρεούται σε επιστροφή στην ΟΤΕ ΑΕ, ως αχρεωστήτως καταβληθέντων, των ποσών που παρακρατήθηκαν ως φ.μ.υ. και αποδόθηκαν στο Δημόσιο και τα οποία η ΟΤΕ ΑΕ κατέβαλε στους ενάγοντες με βάση τις δικαστικές αποφάσεις, δεδομένου μάλιστα ότι απορρίφθηκε η προσεπίκληση-παρεμπίτουσα αγωγή αποζημιώσεως που άσκησε κατά του Δημοσίου. (ομοφ). Παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια με την 129/17 γνωμοδότηση Β΄ Τμήματος.


ΝΣΚ/129/2017

Έξοδα κίνησης και παράστασης προϊσταμένων υπηρεσιακών λειτουργιών της ΟΤΕ ΑΕ.  Η παροχή με την ονομασία «έξοδα κίνησης και παράστασης προϊσταμένου», που χορηγήθηκε σε προϊσταμένους υπηρεσιακών λειτουργιών της ΟΤΕ ΑΕ, με βάση την από 16/5/1995 ΕΣΣΕ, η οποία υπεγράφη μεταξύ ΟΤΕ ΑΕ και ΟΜΕ-ΟΤΕ, αποτελεί εισόδημα από μισθωτή εργασία και υπόκειται σε φόρο εισοδήματος, τόσο υπό το καθεστώς του ΚΦΕ (ν. 2238/1994) όσο και του νέου ΚΦΕ (ν. 4172/2013), υπό την εξυπακουόμενη βεβαίως προϋπόθεση ότι οι εν προκειμένω ενδιαφέροντες όροι της εν λόγω ΕΣΣΕ είναι διαχρονικώς ενεργείς. Παρεπομένως, η ΟΤΕ ΑΕ, υποχρεούται να προβαίνει σε παρακράτηση φόρου μισθωτών υπηρεσιών (φ.μ.υ.) επί των εξόδων κινήσεως και παραστάσεως και σε απόδοσή του στο Ελληνικό Δημόσιο. Δεν δεσμεύουν το Ελληνικό Δημόσιο, αλλ’ ούτε και αποτελούν νομολογιακό δεδομένο για τη φορολογική διοίκηση οι αποφάσεις πολιτικών δικαστηρίων, με τις οποίες επιδικάσθηκε στους ενάγοντες εργαζομένους της ΟΤΕ ΑΕ, υπό μορφή αποζημιώσεως, ο παρακρατηθείς και αποδοθείς στο Δημόσιο φ.μ.υ., ο οποίος αντιστοιχούσε στα ποσά που καταβλήθηκαν από την ΟΤΕ ΑΕ ως έξοδα κινήσεως και παραστάσεως σε προϊσταμένους υπηρεσιακών λειτουργιών αυτού, με βάση την από 16/5/1995 ΕΣΣΕ, διότι κρίθηκε ότι τα έξοδα κινήσεως και παραστάσεως δεν υπέκειντο σε φόρο εισοδήματος και, επομένως, η παρακράτηση εχώρησε μη νομίμως. Η φορολογική διοίκηση δεν υποχρεούται σε επιστροφή στην ΟΤΕ ΑΕ, ως αχρεωστήτως καταβληθέντων, των ποσών που παρακρατήθηκαν ως φ.μ.υ. και αποδόθηκαν στο Δημόσιο και τα οποία η ΟΤΕ ΑΕ κατέβαλε στους ενάγοντες με βάση τις δικαστικές αποφάσεις, δεδομένου μάλιστα ότι απορρίφθηκε η προσεπίκληση-παρεμπίτουσα αγωγή αποζημιώσεως που άσκησε κατά του Δημοσίου. (ομοφ.) Παραπέμπεται στην Ολομέλεια, παρά την ομόφωνη γνώμη των μελών του Τμήματος, λόγω της μείζονος σπουδαιότητας των νομικών ζητημάτων που ανακύπτουν.


ΕΣ/ ΤΜ.1/162/2012

ΕΞΟΔΑ ΚΙΝΗΣΗΣ:Στην υπό κρίση υπόθεση, με το επίμαχο χρηματικό ένταλμα πληρωμής εντέλλεται η καταβολή ποσού 28.185,30 ευρώ, που αφορά στην καταβολή εξόδων κίνησης σε 99 υπαλλήλους του…..., βάσει της 2/5529/0022/3.3.2003 απόφασης των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Ανάπτυξης, για το χρονικό διάστημα από 1.10.2011 μέχρι 31.12.2011. Ενόψει αυτών, και σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στην προηγούμενη νομική σκέψη, η εντελλόμενη δαπάνη, η οποία δεν συναρτάται με μετακίνηση των φερομένων ως δικαιούχων υπαλλήλων για εκτέλεση υπηρεσίας, είναι μη νόμιμη κατά το μέρος που αφορά στο χρονικό διάστημα μετά την κατάργηση της ανωτέρω υπουργικής απόφασης, ήτοι από 27.10.2011 μέχρι 31.12.2011. Με το ΔΥ/1537/12.3.2012 έγγραφο του …. προβάλλεται ότι η επίμαχη δαπάνη δεν καταργήθηκε με το άρθρο 30 παρ. 1 του ν. 4024/2011 καθόσον αυτή καταβάλλεται στους υπαλλήλους του προκειμένου αυτοί να καλύπτουν τα έξοδα μετακίνησης από τον τόπο κατοικίας τους προς τον τόπο εργασίας τους, ο οποίος βρίσκεται στο 46,7 χιλιόμετρο της Λεωφόρου Αθηνών - Σουνίου στην Ανάβυσσο Αττικής και είναι για το λόγο αυτό αναγκασμένοι να χρησιμοποιούν Ι.Χ. όχημα ή λεωφορείο του Κ.Τ.Ε.Λ. Αττικής, με ημερήσιο κόστος 10 ευρώ περίπου, αφού δεν υπάρχει αστική συγκοινωνία προς την περιοχή αυτή. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως νόμω αβάσιμος, καθόσον στα διατηρούμενα με το ν. 4024/2001 έξοδα κίνησης, όπως προαναφέρθηκε, δεν εμπίπτουν αυτά που συναρτώνται με την παρουσία του υπαλλήλου στην υπηρεσία του, όπως είναι και τα έξοδα στα οποία υποβάλλεται για να μεταβεί από την κατοικία του στο χώρο εργασίας του και αντιστρόφως. Άλλωστε τέτοια δαπάνη δεν αναγνωρίζεται ούτε με τις γενικές διατάξεις του ν. 2685/1999 «Κάλυψη δαπανών μετακινουμένων υπαλλήλων εντός και εκτός Επικράτειας και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ 35 Α΄), στις διατάξεις του οποίου υπάγονται και οι υπάλληλοι των Ν.Π.Δ.Δ., στο άρθρο 5 παρ. 4 του οποίου ορίζεται ότι : « Για τη μετάβαση του υπαλλήλου από την κατοικία του στην υπηρεσία του και αντίστροφα, δεν αναγνωρίζονται έξοδα μετακίνησης, ανεξάρτητα αν η κατοικία του υπαλλήλου είναι εκτός ή εντός της έδρας της υπηρεσίας του». Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, η εντελλόμενη δαπάνη είναι εν μέρει μη νόμιμη και το επίμαχο χρηματικό ένταλμα πληρωμής δεν πρέπει να θεωρηθεί.


ΕλΣυν/Τμ.1/23/1998

Επειδή, με τις διατάξεις του άρθρου 3 παράγραφος 5,6 και 8 του ν. 2346/1995 ¨Δαπάνες κίνησης των μετακινούμενων προσώπων με εντολή του Δημοσίου εντός και εκτός επικράτειας για εκτέλεση υπηρεσίας και άλλες διατάξεις¨( Φ.Ε.Κ. 220 Α),που, κατά τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 12 του ίδιου Νόμου, εφαρμόζονται ανάλογα και για τις μετακινήσεις των υπαλλήλων των Ν.Π.Δ.Δ. των Ο.Τ.Α. και των νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων, ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι στα οδοιπορικά έξοδα των μετακινούμενων εκτός έδρας υπαλλήλων για εκτέλεση υπηρεσίας περιλαμβάνεται και η δαπάνη χιλιομετρικής αποζημίωσης, όταν επιτρέπεται για τις μετακινήσεις τους αυτές η χρήση ιδιωτικής χρήσεως αυτοκινήτου, ότι η χιλιομετρική αποζημίωση για τις μετακινήσεις αυτές καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Μεταφορών και Επικοινωνιών, ότι οι υπάλληλοι επιτρέπεται να χρησιμοποιούν μόνο το δικό τους επιβατικό αυτοκίνητο ή μέλους της οικογενείας τους, ύστερα από έγκριση του αρμόδιου υπουργού ή των αναφερόμενων στις διατάξεις της παρ.5 του άρθρου 2 του νόμου τούτου προσώπων, για τις μετακινήσεις τους εκτός έδρας και μέσα στα όρια του νομού, στον οποίον υπηρετούν, ανεξάρτητα αν οι περιοχές στις οποίες κινούνται εξυπηρετούνται από συγκοινωνιακά μέσα και ότι κατά τις εν λόγω μετακινήσεις τους θα πρέπει, ανεξαρτήτως νομοθετικής πρόβλεψης, για οικονομία χρόνου και εξόδων, να ακολουθούν την πιο σύντομη οδό (τέτοια πρόβλεψη υπήρχε στο άρθρο 7 παρ.4 του ν.δ. 65/73- βλ. και σχετ. πρ. Ι Τμ. Ελ. Συν. 302/93, 633/92, 301/85, Πρακτ. Ι Τμ. 31ης /10-10-95 Συν. θέμα Γ΄κ.α.).


ΕλΣυν.Τμ.7/32/2007

ΠΡΟΜΗΘΕΙΕΣ:ΕΙΔΗ ΑΤΟΜΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ:Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά ανωτέρω, το Τμήμα κρίνει ότι μη νομίμως αποφασίστηκε η καταβολή σε χρήμα της αξίας των θερινών ειδών ατομικής προστασίας που προβλέπονται από την προμνησθείσα ΚΥΑ, καθόσον ο Πολιτισμικός Οργανισμός του Δήμου ..... δεν αποδεικνύει ότι βρισκόταν σε πραγματική αδυναμία για τη χορήγησή τους, δεδομένου ότι δεν εκκίνησε καν τις σχετικές διαδικασίες για την προκήρυξη διαγωνισμού για την προμήθεια των εν λόγω ειδών. Εξάλλου, ο υπέρμετρος όγκος εργασίας και η έλλειψη προσωπικού, που επικαλείται ο Πολιτισμικός Οργανισμός, δεν αποτελούν απρόβλεπτα και εξαιρετικά περιστατικά και δεν μπορούν να δικαιολογήσουν την αδυναμία του Δήμου για έγκαιρο προγραμματισμό και εκτέλεση της προμήθειας των ειδών αυτών, ενόψει μάλιστα του γεγονότος ότι ο χρόνος χορήγησης των ατομικών ειδών προστασίας (Μαΐος για θερινά και Οκτώβριος για χειμερινά είδη) είναι συγκεκριμένος και γνωστός στον Πολιτισμικό Οργανισμό. Εξάλλου, η 2/50025/0022/3.10.2006 Κ.Υ.Α., η οποία ενσωματώνει τις παροχές σε είδος στα έξοδα κίνησης όλων των υπαλλήλων Ο.Τ.Α. Α΄ βαθμού, –ανεξαρτήτως του αν αυτή κείται εντός ή εκτός νομοθετικής εξουσιοδότησης- δεν τυγχάνει εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση, αφού αυτή δεν ίσχυε κατά τον χρόνο έκδοσης της ήδη παρατεθείσας 403/29-6-2006 πράξης του Διοικητικού Συμβουλίου του Πολιτισμικού Οργανισμού του Δήμου ...... Εξάλλου, ο ισχυρισμός του Διευθυντή Οικονομικών Υπηρεσιών του ως άνω Πολιτισμικού Οργανισμού, σύμφωνα με τον οποίο σε παρόμοιες περιπτώσεις τα χρηματικά εντάλματα πληρωμής έχουν θεωρηθεί στο παρελθόν, προβάλλεται αορίστως, αφού δεν παρατίθενται συγκεκριμένα στοιχεία. Τέλος, για την πληρωμή της εν λόγω δαπάνης εσφαλμένως εκδόθηκαν τακτικά χρηματικά εντάλματα πληρωμής καθόσον, από την φύση της δαπάνης επιβάλλεται η έκδοση αποκλειστικά χρηματικών ενταλμάτων προπληρωμής. Κατόπιν αυτών, η εντελλόμενη δαπάνη δεν είναι νόμιμη και το ελεγχόμενο χρηματικό ένταλμα δεν πρέπει να θεωρηθεί.


ΣΤΕ 1210/2010

ΔΑΝΕΙΑΚΕΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ:Αίτηση ακύρωσης της  Ζ1-798/25.6.2008 (Β΄ 1353/11.7.2008) απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης.Ο λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι, όπως έχει προεκτεθεί, η Διοίκηση επιτρεπτώς κατέστησε περιεχόμενο της κανονιστικής ρύθμισης μόνο το ρυθμιστικό περιεχόμενο της πιο πάνω δικαστικής απόφασης, χωρίς να θεσπίσει η ίδια περαιτέρω ειδικότερους όρους και προϋποθέσεις συμμόρφωσης των προμηθευτών προς τη ρύθμιση αυτή. Κατά τη γνώμη όμως των Συμβούλων Φ. Αρναούτογλου, Ε. Νίκα και Ι. Γράβαρη η πιο πάνω κανονιστική ρύθμιση, στην οποία δεν προσδιορίζονται συγκεκριμένα κριτήρια εφαρμογής της, είναι αόριστη και, κατά συνέπεια, ο εξεταζόμενος λόγος θα έπρεπε να γίνει δεκτός.ΙΙΙ. Συμβάσεις λογαριασμού κατάθεσης. Όρος που προβλέπει ότι το πιστωτικό ίδρυμα επιβάλλει κατά την κρίση του οποτεδήποτε έξοδα κίνησης σε κάθε λογαριασμό κατάθεσης για την περίπτωση που δεν παρουσιάζει υπόλοιπο ανώτερο από το κατώτατο όριο που θα καθορίζει κάθε φορά το ίδιο για το αντίστοιχο είδος λογαριασμού (περ. 3 α). Η ανωτέρω διάταξη τέθηκε σύμφωνα με την 1219/2001 απόφαση του Αρείου Πάγου (και όχι με την 961/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως προβάλλουν οι αιτούσες), με την οποία κρίθηκε ως καταχρηστικός γενικός όρος συναλλαγών που ορίζει ότι η τράπεζα «μπορεί κατά την κρίση της να επιβάλλει οποτεδήποτε έξοδα κίνησης σε κάθε λογαριασμό για την περίπτωση που δεν παρουσιάζει υπόλοιπα ανώτερα από το κατώτατο όριο που θα καθορίζει κάθε φορά η τράπεζα για το αντίστοιχο είδος λογαριασμού». Ο Άρειος Πάγος έκρινε τον όρο καταχρηστικό ως αντικείμενο στις διατάξεις των περιπτώσεων ε΄ και ια΄ του άρθρου 2 παρ. 7 του ν. 2251/1994, λόγω της ανάγκης προστασίας των δικαιολογημένων προσδοκιών του πελάτη από τις απροσδόκητες ή αιφνιδιαστικές ρήτρες, δηλαδή τις ρήτρες που μεταβάλλουν την εικόνα που δικαιολογημένα έχει δημιουργηθεί στον πελάτη αναφορικά με το ύψος του τιμήματος ή την έκταση της κύριας παροχής, στοιχεία που είναι συνήθως τα μόνα που πράγματι εξετάζει ο πελάτης κατά τη σύναψη της σύμβασης, καθώς και λόγω της αδιαφάνειάς του. Ο Άρειος Πάγος έκρινε περαιτέρω ότι, όταν πρόκειται περί συλλογικής αγωγής, ο αφηρημένος κίνδυνος που ενσωματώνει ένας τέτοιος αδιαφανής όρος για τη δικαιοπρακτική αυτοδιάθεση του υποψήφιου καταναλωτή οδηγεί στην κήρυξη ως άκυρου του σχετικού όρου, ακόμη και αν ο ενδεχόμενα εύλογος τρόπος εφαρμογής του όρου στην πράξη από τον προμηθευτή θα αρκούσε για την εξάλειψη της επικινδυνότητάς του. Προβάλλεται ότι, εφόσον ο όρος χαρακτηρίστηκε καταχρηστικός μόνο για λόγους αδιαφάνειας, η απαγόρευση συλλήβδην της χρήσης του χωρίς να αναφέρεται η προϋπόθεση της διαφάνειας δεν αποτυπώνει ορθώς το δεδικασμένο και τίθεται καθ’ υπέρβαση της νομοθετικής εξουσιοδότησης. Σύμφωνα όμως με τα ανωτέρω, το περιεχόμενο του γενικού όρου συναλλαγών που απαγορεύεται με την κανονιστική ρύθμιση συμπίπτει με τον όρο που κρίθηκε καταχρηστικός με την 1219/2001 απόφαση του Αρείου Πάγου. Εξ άλλου, στην απόφαση αυτή δεν τίθενται όροι και προϋποθέσεις, κατά την έννοια της εξουσιοδοτικής διάταξης. Κατά συνέπεια, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Tελική διάταξη. Προβάλλεται ότι η τελική διάταξη της προσβαλλόμενης απόφασης, με την οποία ορίζεται ότι «Η απαγόρευση χρήσης των παραπάνω όρων περιλαμβάνει και τροποποιημένες διατυπώσεις ή συναφείς χαρακτηρισμούς που δεν αναιρούν ωστόσο το στίγμα της καταχρηστικότητας» έχει τεθεί καθ’ υπέρβαση της νομοθετικής εξουσιοδότησης και διευρύνει υπέρμετρα τον περιορισμό της ελευθερίας των συμβάσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων θέτοντας απαγορεύσεις και σε άλλες περιπτώσεις, τις οποίες δεν εξειδικεύει, κατά παράβαση της δικαιοκρατικής αρχής (άρθρο 25 παρ. 1 Συντάγματος) που επιβάλλει βεβαιότητα και ασφάλεια δικαίου στους επιτρεπόμενους περιορισμούς ατομικών δικαιωμάτων. Η ανωτέρω διάταξη αποβλέπει στην αποφυγή καταστρατήγησης των ρυθμίσεων της προσβαλλόμενης υπουργικής απόφασης και έχει την έννοια ότι απαγορεύεται η αναγραφή όρων στις ρυθμιζόμενες με την προσβαλλόμενη απόφαση συμβάσεις, οι οποίοι, παρά τη διαφορετική ονομασία ή διατύπωση τους, αποτελούν, κατ’ ουσίαν, όρους ταυτόσημους με τους απαγορευθέντες με την απόφαση αυτή ως καταχρηστικούς. Με τη διάταξη, συνεπώς, αυτή δεν διευρύνεται η κανονιστική ρύθμιση που θεσπίζει η προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση. Δεν θα ήταν, εξ άλλου, εφικτό να προβλέπονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι διαφορετικοί όροι που είναι δυνατόν να χρησιμοποιήσει κάθε πιστωτικό ίδρυμα προκειμένου να δηλώσει τους όρους, την αναγραφή των οποίων αυτή απαγορεύει. Κατά τη συγκλίνουσα, εξ άλλου, γνώμη του Συμβούλου Δ. Γρατσία η πιο πάνω διάταξη της προσβαλλλόμενης υπουργικής απόφασης στηρίζεται επαρκώς στη μνημονευθείσα εξουσιοδοτική διάταξη και, κατά συνέπεια, περιέχει επιτρεπτώς πρωτότυπη κανονιστική ρύθμιση. Κατά συνέπεια, ο εξεταζόμενος λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.


ΕλΣυνΤμ.6/1612/2016

Παροχή υπηρεσιών παιδικών κατασκηνώσεων:Κατόπιν των ανωτέρω, ορθώς κρίθηκε με την προσβαλλομένη ότι η υπογραφή του σχεδίου σύμβασης μεταξύ της αιτούσας και του ... κωλύεται, οι δε ισχυρισμοί της αιτούσας κρίνονται στο σύνολό τους απορριπτέοι, καθόσον: α) Αλυσιτελώς η αιτούσα επικαλείται τις αποφάσεις 1190/2010 ΣτΕ και 144/2009 ΕΑ ΣτΕ, καθόσον αφορούν άλλα ζητήματα και συγκεκριμένα η μεν πρώτη έκρινε ότι η αναθέτουσα αρχή όφειλε να εκτιμήσει αιτιολογημένα τη σοβαρότητα και βαρύτητα των περί την επαγγελματική δραστηριότητα αδικημάτων που προέκυπταν από το προσκομισθέν ποινικό μητρώο του νομίμου εκπροσώπου υποψήφιας εταιρείας και να κρίνει αν στη συγκεκριμένη περίπτωση αυτά επηρέαζαν τη φερεγγυότητα και αξιοπιστία αυτής, για το λόγο δε αυτό έκανε δεκτή αίτηση ακύρωσης της σιωπηρής απόρριψης υποβληθείσας προσφυγής κατά της αναιτιολόγητης αποδοχής της προσφοράς της ως άνω εταιρείας, η δε δεύτερη έκανε δεκτή σχετική αίτηση και ανέστειλε την εκτέλεση πράξης, κατά το μέρος που αφορούσε στην αποδοχή της προσφοράς εταιρείας, για το νόμιμο εκπρόσωπο της οποίας, σύμφωνα με το προσκομισθέν ποινικό μητρώο, υπήρχαν τελεσίδικες καταδίκες για αδικήματα σχετικά με την άσκηση της επαγγελματικής του δραστηριότητας, τα οποία όφειλε η Διοίκηση να εκτιμήσει προκειμένου να κρίνει κατά πόσον επηρέαζαν τη φερεγγυότητα και επαγγελματική του αξιοπιστία, έστω και αν είχαν παραγραφεί. β) Αλυσιτελώς εξάλλου προβάλλεται από την αιτούσα ότι, μετά την παρέλευση τριετίας από την αρχική καταδίκη της διαχειρίστριας αυτής σε ποινή φυλάκισης 8 μηνών με αναστολή από το Μονομελές Πλημμελειοδικείο ... με την 270/30.1.2013 απόφασή του .., χωρίς την τέλεση στο μεταξύ άλλης αξιόποινης πράξης, κατ΄ επίκληση των άρθρων 99 επ. του Ποινικού Κώδικα, η επιβληθείσα ποινή θεωρείται ως εξαφανισμένη από το νομικό κόσμο και ουδεμία συνέπεια δύναται να έχει έναντι του καταδικασθέντος, καθόσον η Διοίκηση, και ειδικότερα, εν προκειμένω, η αναθέτουσα αρχή δεσμεύεται από το περιεχόμενο του χορηγηθέντος από την αρμόδια Εισαγγελία αντιγράφου ποινικού μητρώου, η προσκόμιση του οποίου απαιτείται από τη διακήρυξη ως προϋπόθεση του παραδεκτού της συμμετοχής στο διαγωνισμό και τη νομιμότητα του οποίου δε δύναται να ελέγξει παρεμπιπτόντως ... γ) Τέλος, αλυσιτελώς γίνεται επίκληση των διακηρύξεων 9274 /9011/82/13.4.2016 ..., 107942 /9.5.2016 ... και Γ49 /5/6.5.2016 ... καθώς και της 156/2016 πράξης του Ζ΄ Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, που αφορούσαν διαγωνισμούς για την ανάθεση παρόμοιων υπηρεσιών, καθόσον, πέραν των διαφορών τους με την εν προκειμένω ισχύουσα διακήρυξη, αφού αυτές απαιτούσαν ως προϋπόθεση παραδεκτής συμμετοχής την προσκόμιση ποινικού μητρώου με συγκεκριμένο περιεχόμενο από όλους αδιακρίτως τους συμμετέχοντες οικονομικούς φορείς, κρίσιμη για τη νομιμότητα της εκάστοτε προσυμβατικά ελεγχόμενης από τον Επίτροπο ή το Κλιμάκιο διαγωνιστικής διαδικασίας είναι η οικεία διακήρυξη που τη διέπει και όχι τυχόν άλλες διακηρύξεις.Εξάλλου, οι κρίσεις των αυτοτελών και ισότιμων σχηματισμών του Δικαστηρίου που διενεργούν προσυμβατικό έλεγχο δεν παρίστανται δεσμευτικές μεταξύ τους, ούτε αποτελούν πρόκριμα για την εξαγωγή θετικής κρίσης, ενδεχομένως δε δύνανται να αξιολογούνται, στο μέτρο του δυνατού και μη παραβλέποντας τις ιδιαιτερότητες κάθε διαγωνιστικής διαδικασίας, και πάντως στο πλαίσιο της ενιαίας νομολογιακά αντιμετώπισης των ζητημάτων που εκάστοτε ανακύπτουν. Τέλος, επισημαίνεται ότι η προάσπιση του δημοσίου συμφέροντος εξυπηρετείται πρωτίστως δια της τήρησης της νομιμότητας και της σύναψης νομίμων συμβάσεων, στην οποία εξάλλου και η καθιέρωση της αρμοδιότητας του προσυμβατικού ελέγχου αποσκοπεί. Κατόπιν αυτών και μη προβαλλομένου άλλου λόγου ανάκλησης, το Τμήμα κρίνει ότι πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταπέσει υπέρ του Δημοσίου το κατατεθέν παράβολο.


ΕΣ/ΤΜ.ΕΒΔΟΜΟ/389/2021

Κατασκευή επαρχιακής οδού...Δημοσιονομικη διόρθωση....Με την έφεση αυτή, η εκκαλούσα επιδιώκει την ακύρωση της 387/0052/5.2.2014 απόφασης δημοσιονομικής διόρθωσης του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών.. Επί του ως άνω λόγου, το Δικαστήριο, κατ΄αρχήν, παρατηρεί τα ακόλουθα :  Oι επίμαχες  τροποποιήσεις του κρινόμενου υποέργου, έχουσες ως αντικείμενο α) την μείωση των λωρίδων ευθείας κίνησης προς ... και προς ... στο κρινόμενο σημείο της οδού (ισόπεδος κόμβος ...) από δύο (2) σε μία (1), ήτοι η προσαρμογή κατά την υλοποίηση του υποέργου στην υφιστάμενη κατάσταση και β) την επέκταση της τάφρου ΤΔ4 στο σημείο Χ.Θ. 21+00 και την προαπαιτούμενη αυτής μετατόπιση του παράλληλου δρόμου προς την κεντρική αρτηρία, ώστε να χωρέσει η τάφρος μέσα στο υπάρχον εύρος απαλλοτρίωσης, δεν αποτελούν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, «μικρομεταβολές», για τις οποίες, κατά τα αβασίμως προβαλλόμενα από  την εκκαλούσα, δεν απαιτείται η τήρηση των διατάξεων του ισχύοντος κατά τον κρίσιμο χρόνο άρθρου 45 του ν. 3669/2008. Εξάλλου, ο νόμος δεν διακρίνει την υποχρέωση τήρησης της ως άνω διαδικασίας ανάλογα με το μέγεθος της τροποποίησης αλλά προβλέπει ότι σε κάθε περίπτωση επιτρεπτής τροποποίησης της  μελέτης, ήτοι για τη διόρθωση σφαλμάτων της ή την συμπλήρωση ελλείψεών της απαιτείται η προεκτεθείσα διαδικασία. Συναφώς, η έκθεση ελέγχου δεν αμφισβήτησε την αναγκαιότητα των εν λόγω προσαρμογών αλλά εντόπισε την πλημμέλεια στην μη τήρηση της κατά νόμο επιβαλλόμενης διαδικασίας, διαπιστώνοντας, κατ΄αρχήν,  ορθώς, ότι υφίσταται εξ αυτού του λόγου παρατυπία. Ωστόσο, το Δικαστήριο, δεδομένου του όλως τυπικού χαρακτήρα των παρατυπιών,  όπως άλλωστε η ίδια η Ε.Δ.ΕΛ. χαρακτηρίζει συνολικά και τις τρεις διαπιστώσεις του ελέγχου, που περιγράφονται στο σημείο Δ3 της οικείας έκθεσης,  διαπιστώνει  ότι δεν προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας  ότι τα επίδικα και χαρακτηριζόμενα, ως τυπικά ευρήματα, επέφεραν ουσιώδη μεταβολή του φυσικού αντικειμένου του υποέργου ούτε ότι είχαν  οποιαδήποτε επίπτωση  επί του οικονομικού αντικειμένου  αυτού, γεγονός που δεν αμφισβητείται από το αντίδικο Ελληνικό Δημόσιο. Ειδικότερα, ούτε στην οικεία έκθεση ελέγχου, ούτε στην προσβαλλόμενη απόφαση,  διαλαμβάνεται ειδική αιτιολογία σχετικά με την εύλογη σχέση αναλογίας μεταξύ της επιβληθείσας δημοσιονομικής διόρθωσης και των διαπιστωθεισών διοικητικών παρατυπιών μετά από συνεκτίμηση του είδους και της σοβαρότητας αυτών και του επελθόντος εξαιτίας αυτών αποτελέσματος, δεδομένης μάλιστα και της ευχέρειας της ελεγκτικής αρχής σε περίπτωση διαπίστωσης παρατυπιών τυπικού απλώς χαρακτήρα, χωρίς ενδεχόμενη οικονομική επίπτωση να μην επιβάλλουν δημοσιονομική διόρθωση (βλ. Ε.Σ. Ι Τμ. 2293/2017, σχετικές κατευθυντήριες γραμμές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής  COCOF 07/0037/03/29.11.2007). Κατά συνέπεια,  ο επίμαχος καταλογισμός δεν έχει επανορθωτικό – αποκαταστατικό χαρακτήρα αλλά καταλήγει να προσλαμβάνει κυρωτικό όμοιο, καθόσον η Διοίκηση, κατά την επιβολή του, δε συνεκτίμησε, υπό το φως της αρχής της αναλογικότητας, τις συντρέχουσες περιστάσεις, όπως αυτές προκύπτουν από το πραγματικό της ένδικης υπόθεσης (σκέψη IV της παρούσας), τη βαρύτητα των διαπιστωθεισών παραβάσεων και την αιτιώδη σχέση αυτών με την άρτια υλοποίηση και λειτουργικότητα του επίμαχου υποέργου, η οποία, σημειωτέον (άρτια υλοποίηση και λειτουργικότητα), δεν αμφισβητείται από το αντίδικο, ούτε αιτιολόγησε ειδικά την ύπαρξη εύλογης σχέσης αναλογίας μεταξύ της κατ΄αποκοπήν επιβληθείσας διόρθωσης και των  επίμαχων παρατυπιών, αξιολογώντας αυτές  ειδικά  με βάση τα ανωτέρω κριτήρια (ΕΣ Ολ. 3403/2014, Ι Τμ. 127/2019, 2293, 2299/2017).Τούτων δοθέντων, το Τμήμα κρίνει ότι πρέπει να ακυρωθεί η προσβαλλομένη απόφαση δημοσιονομικής διόρθωσης και, ακολούθως, εκτιμωμένων των περιστάσεων, να απαλλαγεί το Ελληνικό Δημόσιο από τα δικαστικά έξοδα της εκκαλούσας (άρθρο 275 παρ.1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας).