ΝΣΚ/169/2003
Τύπος: ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΕΙΣ Ν.Σ.Κ.
1) Εάν οι υπάλληλοι Υ . Δ . Ε κατά την εκκαθάρισιν δαπανών ΝΑ θεωρούνται δημόσιοι υπόλογοι 2). Ποία η προθεσμία διατυπώσεως σχετικών αντιρρήσεων ( αρθρ . 22 παρ . 4 ΠΔ 774/1980). 3( Αν συντρέχει περίπτωσις εκπροσωπήσεως των από τον ΝΣ του Υπ . Οικονομικών ενώπιον του Ε . Σ .
Ιστορικό Αναθεωρήσεων (Πιλοτική Εφαρμογή)
Σχετικά Έγγραφα
10578/Ε1206/2012
Ε Γ Κ Υ Κ Λ Ι Ο Σ Οδηγιών για την έγκριση και χρηματοδότηση του ΠΔΕ 2012 και τον προγραμματισμό δαπανών ΠΔΕ 2013-2015 σύμφωνα με το Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2011-2015
ΝΣΚ/240/2006
Υποχρέωση των τελικών δικαιούχων των πράξεων, που εντάσσονται σε επιχειρησιακό πρόγραμμα του Γ΄ ΚΠΣ, να τηρούν κατά την υλοποίηση των πράξεων αυτών, όχι μόνον την κοινοτική αλλά και την εθνική νομοθεσία που ρυθμίζει τις δημόσιες συμβάσεις.Κατά την υλοποίηση των πράξεων που εντάσσονται σε επιχειρησιακό πρόγραμμα του Γ΄ ΚΠΣ κατά τις διατάξεις του Ν 2860/2000 (ΦΕΚ Α΄ 251), που χρηματοδοτούνται από εθνικούς και κοινοτικούς πόρους, οι τελικοί δικαιούχοι των πράξεων αυτών, είτε εμπίπτουν, είτε δεν εμπίπτουν στα νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα, ως προς τα οποία εφαρμόζονται οι διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας που ρυθμίζουν τα δημόσια έργα και τις προμήθειες κατά την ανάθεση και σύναψη των αντίστοιχων συμβάσεων υπ’ αυτών, είτε εμπίπτουν ή δεν εμπίπτουν στην έννοια του όρου «δημόσιες υπηρεσίες ή οργανισμοί» του α’ εδαφίου της παρ.7 του άρθρου 19 του ΠΔ 774/1980, υποχρεούνται να τηρούν για τα έργα που εκτελούν και τις συμβάσεις προμηθειών που υπογράφουν, εκτός από την κοινοτική νομοθεσία, συμπληρωματικώς και επικουρικώς και τις διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας για τα δημόσια έργα και τις προμήθειες (Ν 1418/1984, 2286/1985, 2362/1995, όπως ισχύουν και των σε εκτέλεση αυτών εκδοθεισών κανονιστικών πράξεων) και υπάγονται για τις πιο πάνω συμβάσεις δημοσίων έργων και προμηθειών στον προληπτικό έλεγχο νομιμότητας του Ελεγκτικού Συνεδρίου κατά τις διατάξεις της παρ.7 του άρθρου 19 του ΠΔ 774/1980, όπως ισχύει.
ΝΣΚ/464/2000
Καταλογισμός - θετική ζημία. Διαδικασία διοικητικής επίλυσης διαφορών.(..)Κατάσταση : Μη αποδεκτή
α) Σε βάρος του εκπροσώπου του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου, ο οποίος συμμετείχε ως μέλος στην Επιτροπή του άρθρου 70 παρ.5 του Ν.2238/94, η οποία επελήφθη της διοικητικής επίλυσης φορολογικής διαφοράς, που αφορούσε την επιχείρηση "Κ. ΚΑΨΑΛΗΣ και ΣΙΑ ΕΕ - Οδικά - Οικοδομικά Εργα", διαγράψασα το ανωτέρω πρόστιμο ΚΒΣ δεν δύναται να γίνει λόγος περί καταλογισμού κατ άρθρο 46 ΠΔ 774/1980, διότι προϋπόθεση της νομιμότητος του καταλογισμού είναι η ιδιότης του καταλογιζομένου ως δημοσίου υπαλλήλου, ιδιότης όμως που ελλείπει ρητώς κατ άρθρο 70 παρ.5 εδ.4 Ν 2238/94, όσον αφορά τους εκπροσώπους των ανωτέρω φορέων, που συμμετέχουν ως μέλη στην ανωτέρω Επιτροπή της παρ.5 του άρθρου 70 Ν 2238/94. β) Δεν δύναται να γίνει καταλογισμός κατ άρθρο 46 ΠΔ 774/80 σε βάρος των μελών της Επιτροπής του άρθρου 70 παρ.5 Ν 2238/94, καθώς και κατά του Προϊσταμένου της ΣΤ ΔΟΥ Θεσσαλονίκης, οι οποίοι στο πλαίσιο της αρμοδιότητός των (άρθρο 70 παρ.4 και 5 Ν 2238/94), διέγραψαν τα ανωτέρω πρόστιμα ΚΒΣ, διότι, εφ όσον οι αξιώσεις του Δημοσίου εκ των ως άνω διαγραφέντων προστίμων ΚΒΣ δεν απορρέουν από εν ευρεία εννοία βεβαίωση, δηλ. νόμιμο τίτλο οριστικό, η διαγραφή τους, δηλ. η απόσβεσή τους δεν αποτελεί μείωση της υφισταμένης περιουσίας του Δημοσίου, δηλ. θετική ζημία, αλλά ματαίωση της επαύξησης της περιουσίας του Δημοσίου, έστω και αν τούτο αναμενόταν (αποθετική ζημία).
ΝΣΚ/146/2004
Καταλογισμός σε βάρος υπαλλήλων Δ.Ο.Υ. Εφαρμογή των διατάξεων α) των άρθρων 56 παρ.4α, 22 και 33 του Ν 2362/1995 και των άρθρων 125, 161, 164 του ΠΔ 16/1989 και β) του άρθρου 38 παρ.4 του Ν 2683/1999.(..)Κατάσταση : Εκκρεμεί αποδοχή
Ι. 1. Εκ των διατάξεων α) των άρθρων 56 παρ.4α, 22 και 33 του Ν 2362/1995, β) των άρθρων 121, 161, 164 του ΠΔ 16/1989, προκύπτει ότι, οι δημόσιοι υπόλογοι και οι προς αυτούς κατά νόμον εξομοιούμενοι (DE FACTO) κατά συνδρομήν των εις τον νόμον προϋποθέσεων υπόκεινται εις καταλογισμόν, παρά των αρμοδίων οργάνων (Οικ. Επιθ/τών, Ε.Σ. - άρθρα 33, 54, 56 Ν 2362/95, άρθρο 46 ΠΔ 774/80). 2. Ομοίως, τα κατά την παρ.4α, άρθρου 56 Ν 2362/95 «υπηρεσιακά όργανα, που «εκ δόλου ή βαρείας αμελείας» εξέδωκαν παράνομες διοικητικές πράξεις ή έχουν συμπράξει στην μη τήρησι των νομίμων διαδικασιών» δια τις περιπτώσεις πληρωμής μη νομίμων δαπανών. Τούτο διότι, καθοριστικής σημασίας δια την ορθήν και νόμιμον του δημοσίου χρήματος διαχείρισι, έχει όχι μόνον αυτή αύτη αλλά, εξ ίσου, η προηγουμένη έκδοσις των σε ουσιώδη συνάφειαν τελουσών προς αυτήν (αναγκαίων) σχετικών διοικητικών πράξεων με την τήρησιν των νομίμων. Άλλως, το τότε ισχύον άρθρον 85 ΠΔ 611/77 περί ΚΔΥ θα ήτο επαρκές και η προκειμένη ρύθμισις θα ήτο, ούτω, περιττή. Εξ άλλου, εκ του αδιαστίκτου της δ/ξεως της παρ.1 άρθρου 33 Ν 2362/95 «με οποιονδήποτε τίτλον πληρωμής, αν επληρώθησαν μη νόμιμες δαπάνες, καταλογίζονται» σαφώς προκύπτει ότι, εις την έννοιαν του νόμου εμπίπτει κάθε τίτλος πληρωμής και κατά λογικήν ακολουθίαν τα εις το ιστορικόν ΑΦΕΚ η δ’ εκταμίευσις δι’ αυτών, των σχετικών ποσών επιστροφής ΦΠΑ συνιστά, αναμφιβόλως δημοσίαν δαπάνην κατά την έννοιαν του νόμου (άρθρα 22, 28 Ν 2362/95). Ο κατά τις διατάξεις των άρθρων 33, 54 και 56 παρ.4 Ν 2362/95 καταλογισμός νοητέος ο αυτός, επιβαλλόμενος δε αρμοδίως και νομίμως, υπόκειται εις την ειδικήν 20ετή παραγραφήν του άρθρου 86 παρ.3 εδ.γ’ και ιδία στ’ και τελευταίων του αυτού νόμου…. από λήξεως του οικον.έτους εν ω η εν στενή εννοία βεβαίωσις. ΙΙ. Οι εις το ιστορικόν υπάλληλοι Δ.Ο.Υ. φέρονται ότι συνετέλεσαν παρά τον νόμον, εκ βαρείας αμελείας κλπ εις την έκδοσιν τίτλων εκπτώσεως (ΑΦΕΚ) ώστε να εκταμιευθούν ποσά, από τις Δ.Ο.Υ. εις μη δικαιούχους, επί ζημία του Δημοσίου. 1. Συνεπώς, οι αυτοί υπέχουν ευθύνην αντίστοιχη-ανάλογη με την των δημοσίων υπολόγων, κατ’ άρθρον 56 παρ.4α Ν 2362/95 και καταλογίζονται κατά νόμον εν συνδυασμώ προς τις δ/ξεις των άρθρων 22 παρ.1, 2 και 33 αυτού (και άρθρα 121, 161 του ΠΔ 16/89). 2. Κατά λογικήν ακολουθίαν και εν εφαρμογή των ειδικών δ/ξεων περί Δημοσίων Υπολόγων και 20ετούς παραγραφής, δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής των δ/ξεων του άρθρου 38 παρ.4 Ν 2683/99.
ΣτΕ/ΤΜ.Δ/1011/2021
Η απόφαση αφορά αίτηση ακύρωσης ναυτικών εταιρειών κατά αποφάσεων του Υπουργού Ναυτιλίας και Αιγαίου, με τις οποίες ανακοινώθηκε η έκτακτη δρομολόγηση δύο επιβατηγών – υδροπτέρυγων πλοίων (Ε/Γ – Υ/Γ) ιδιοκτησίας παρεμβαίνουσας εταιρείας, για το χρονικό διάστημα από 3.1.2015 έως 30.9.2015. Το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις, λόγω της περιορισμένης χρονικής τους ισχύος, είχαν παύσει να ισχύουν πριν τη συζήτηση της υπόθεσης (άρθρο 32 παρ. 2 του ΠΔ 18/1989). Απέρριψε τον ισχυρισμό των αιτουσών περί διατήρησης εννόμου συμφέροντος λόγω οικονομικής ζημίας, καθώς οι αποζημιωτικές απαιτήσεις μπορούν να επιδιωχθούν με αγωγή αποζημίωσης στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο κήρυξε την ανοιχθείσα δίκη κατηργημένη και διέταξε την απόδοση του παραβόλου.
ΝΣΚ/490/2002
Δημόσιος τομέας. Διορισμός υπαλλήλων. Νομιμότητα ατομικών διοικητικών πράξεων. Διενέργεια δημοσιονομικού ελέγχου.(..)Κατάσταση : Εν μέρει αποδεκτή
Ι. Δια της ρυθμίσεως της διατάξεως του άρθρου 14 παρ.20 του Ν 2266/94 (ως αντικατεστάθη δια του άρθρου 5 παρ.1 του Ν 2839/2000), ευεργετικής και, προδήλως, κοινωνικού χαρακτήρος, ο νομοθέτης απέβλεψε στην προστασία της οικογενείας των εργαζομένων στο δημόσιο τομέα, γενικώς, όχι μόνον των επί σχέσει δημοσίου, αλλά και των με σχέση ιδιωτικού δικαίου (Γν. ΝΣΚ 141/2002 ΙΙ. Α1). ΙΙ. 1) Δια των δ/ξεων των άρθρων 8,62,66,67,69 του ΠΔ 30/96 ρητώς ορίζεται ότι, οι ατομικές διοικητικές πράξεις του Νομάρχου είναι εκτελεστές αφότου εκδοθούν, υποκείμενες σε προσφυγή ενώπιον του Γεν.Γραμ. Περιφερείας εντός αποκλειστικής προθεσμίας –από δημοσιεύσεώς των, μεθ ο καθίστανται αμετάκλητες. 2) Κατά γενικήν δε αρχήν του διοικητικού δικαίου, οι διοικητικές αρχές, μεταξύ δε αυτών και οι πάρεδροι και οι επίτροποι του Ελεγ.Συνεδρίου κατά την διενέργειαν του προληπτικού ελέγχου των δαπανών του Κράτους, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ (άρθρα 17 παρ.1 εδ.β’, 14 παρ.2, 21 του Ορ. Του Ελ.Σ. (ΠΔ 774/1980) δεν μπορούν να ελέγξουν παρεμπιπτόντως, την νομιμότητα των ατομικών διοικητικών πράξεων, (ιδία που στηρίζουν το χρηματικό ένταλμα ή άλλον τίτλον πληρωμής) οι οποίες και αν ακόμη δεν είναι σύννομες, παράγουν όλες τις έννομες συνέπειές τους και θεωρούνται ως έγκυρες, εφ όσον δεν ανεκλήθησαν από την Διοίκησι ή δεν ηκυρώθησαν με δικαστικήν απόφασι. 3) Συνεπώς, εις το τιθέμενον ερώτημα προσήκει κατά πλειοψηφίαν απάντησις ότι: 1) Ο εις το ιστορικόν διορισμός, παρά του Νομάρχου Τρικάλων, δημοσιευθείς εις ΦΕΚ και, μετά την πάροδον της αποκλειστικής προθεσμίας του νόμου μη αμφισβητηθείς, ουδέ ανακληθείς ή ακυρωθείς έχει το τεκμήριον της νομιμότητος και παράγει όλα τα έννομα αποτελέσματα νομίμου πράξεως. 2) Εν όψει δε τούτου οι διοικητικές αρχές, εν αις και ΥΔΕ, δεν μπορούν να ελέγξουν παρεμπιπτόντως, την νομιμότητά του. (πλειοψ.) ΑΠΟΔΕΚΤΗ ως προς το 1ο ερώτημα - ΜΗ ΑΠΟΔΕΚΤΗ ως προς το 2ο ερώτημα.
Β.Δ.598/1965
Περί εκτελέσεως του άρθρου 5 του Ν. 4448 του 1964 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως της κειμένης συνταξιοδοτικής νομοθεσίας"
Ν.4700/2020- ΦΕΚ: 127/Α/29.6.2020 άρθρο 354 παρ.1: Από την έναρξη της ισχύος του Πρώτου Τμήματος του παρόντος καταργούνται: (α) το άρθρο 5 του ν. 4448/1964 (Α’ 253), (β) το β. δ. 598/1965 (Α’ 130), (γ) το άρθρο 2 του ν.δ. 442/1970 (Α’ 39), (δ) η παρ. 2 του άρθρου 2 του ν.δ. 1141/1972 (Α’ 64), (ε) η παρ. 2 του άρθρου 3 του ν. 368/1976 (Α’ 164), (στ) η παρ. 6 του άρθρου 7 του ν. 550/1977 (Α’ 57), (ζ) η παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 787/1978 (Α’ 101), (η) η παρ. 9 του άρθρου 3 του ν. 831/1978 (Α’ 207), (θ) η παρ. 5 του άρθρου 4 του ν. 1203/1981 (Α’ 249), (ι) το άρθρο 63 του π.δ. 774/1980 (Α’ 189), (ια) το άρθρο 38 του π.δ. 850/1980 (Α’ 211), (ιβ) το άρθρο 38 του π.δ. 167/2007 (Α’ 208), (ιγ) η παρ. 4 του άρθρου 107 και το τρίτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 112 του π.δ. 168/2007 (Α’ 209), (ιδ) η παρ. 4 του άρθρου 67 του π.δ. 169/2007 (Α’ 210).
-Ν.4700/2020- ΦΕΚ: 127/Α/29.6.2020 άρθρο 357:Οι διατάξεις του Πρώτου Τμήματος αρχίζουν να ισχύουν από το επόμενο δικαστικό έτος της έναρξης ισχύος του παρόντος. Το ίδιο ισχύει και για το Κεφάλαιο 55 σε ό,τι αφορά στη λειτουργία των σχηματισμών της Ολομέλειας και την εκδίκαση των υποθέσεων από τα Τμήματα, μετά την ανακατανομή των αρμοδιοτήτων τους.
ΕλΣυν/Τμ.6/2753/2015
ΕΡΓΑ:Αίτηση ανάκλησης της 395/2011 πράξης του Ε΄ Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου(..)Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στη δείτερη (ΙΙ) νομική σκέψη, το Τμήμα άγεται στην κρίση ότι ορθά το Κλιμάκιο έκρινε ότι είναι κατά χρόνο αναρμόδιο να διενεργήσει προσυμβατικό έλεγχο νομιμότητας για τις εργασίες υπό στοιχ. α΄ και β΄ της συμπληρωματικής σύμβασης, καθόσον οι εργασίες αυτές είχαν ήδη εκτελεστεί. Περαιτέρω, αναφορικά με τις υπό στοιχείο γ΄ εργασίες, το Τμήμα κρίνει, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην τρίτη (IΙΙ) σκέψη, ότι νομίμως παρατάθηκε η προθεσμία εκτέλεσης του έργου, καθόσον η σχετική εγκριτική πράξη (1746004/14.7.2011) του Διευθυντή Παραγωγής του …. εκδόθηκε εντός ευλόγου χρόνο από τη λήξη της προηγούμενης νόμιμης παράτασής της, ύστερα από σχετική αίτηση της … η οποία υποβλήθηκε πριν από την παρέλευση της εν λόγω προθεσμίας, κατά παραδοχή του σχετικού προβαλλόμενου λόγου ανάκλησης. Τέλος, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην πέμπτη (V) νομική σκέψη, οι αναφερόμενες υπό στοιχείο γ΄ της συμπληρωματικής σύμβασης εργασίες, οι οποίες δεν μπορούν τεχνικά ή οικονομικά να διαχωριστούν από αυτή χωρίς τη δημιουργία προβλημάτων για την αναθέτουσα αρχή, οφείλονται, κατά την κρίση του Τμήματος, σε απρόβλεπτες περιστάσεις, δηλαδή αιφνίδια πραγματικά περιστατικά, τα οποία αντικειμενικά, κατά τους κανόνες της ανθρώπινης εμπειρίας και λογικής, δεν μπορούσαν να προβλεφθούν, όπως βάσιμα προβάλλεται με τις υπό κρίση αιτήσεις..(..)Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, οι συνεξεταζόμενες αιτήσεις ανάκλησης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…» και της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «….» πρέπει να γίνουν εν μέρει δεκτές και να ανακληθεί η 395/2011 πράξη του Ε΄ Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, κατά το μέρος που αφορά στη σύναψη της συμπληρωματικής σύμβασης για την εκτέλεση των υπό στοιχείο γ΄ εργασιών, καθώς και να υπογραφεί η επίμαχη σύμβαση για την εκτέλεση των εργασιών αυτώνΤέλος, πρέπει, λόγω της εν μέρει παραδοχής των αιτήσεων, να επιστραφεί σε καθεμιά από τις αιτούσες παράβολο ύψους είκοσι (20,00) ευρώ (άρθρ. 54 παρ.4 π.δ. 774/1980, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρ. 57 παρ. 3 ν.3659/2008).
ΕΣ/ΤΜ.Μ.Ε.Σ/3373/2011
Συντήρηση πλωτής γέφυρας...Με βάση τις παραδοχές αυτές της ήδη προσβαλλόμενης απόφασης, το Τμήμα άγεται στην κρίση ότι, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά ανωτέρω (σκέψη ΙΙ), νομίμως απορρίφθηκε, ελλείψει σπουδαίου εννόμου συμφέροντος, η υπέρ της διατήρησης της ισχύος της 412/2011 πράξης του Ε΄ Κλιμακίου παρέμβαση της ήδη αιτούσας εταιρείας «....», καθόσον, ενόψει της πλημμέλειας της επίμαχης διαγωνιστικής διαδικασίας που διαπιστώθηκε από το Κλιμάκιο, η οποία (πλημμέλεια) αναγόταν στη νομιμότητα της διακήρυξης του διαγωνισμού, στην προσθήκη δηλαδή σ’ αυτή ενός μη νόμιμου πρόσθετου όρου τεχνικής ικανότητας των υποψηφίων, η διατήρηση της ισχύος της πράξης αυτής του Κλιμακίου και η συνακόλουθη απόρριψη των αιτήσεων που ασκήθηκαν για την ανάκλησή της από την αναθέτουσα αρχή και την αναδειχθείσα ανάδοχο εργοληπτική επιχείρηση θα είχε ως μόνη συνέπεια την υποχρέωση της αναθέτουσας αρχής να επαναπροκηρύξει τον διαγωνισμό χωρίς τον πρόσθετο αυτό όρο τεχνικής ικανότητας, γεγονός που καθιστά το έννομο συμφέρον της τότε παρεμβαίνουσας και ήδη αιτούσας μελλοντικό και αβέβαιο και στερεί από αυτό τον χαρακτήρα του αμέσου και ενεστώτος, δοθέντος μάλιστα ότι για τη θεμελίωση «σπουδαίου εννόμου συμφέροντος» για την άσκηση αίτησης ανάκλησης ή την παρέμβαση υπέρ της διατήρησης της ισχύος της προσβαλλόμενης με αίτηση ανάκλησης πράξης δεν αρκεί το γενικό ενδιαφέρον για την τήρηση της νομιμότητας και την προάσπιση του δημοσίου συμφέροντος, αφού τέτοιο ενδιαφέρον θα μπορούσε να επικαλεσθεί οποιοσδήποτε διοικούμενος, με συνέπεια η αίτηση ανάκλησης να μετατραπεί από ένδικο βοήθημα, που παρέχεται στους προσωπικώς θιγόμενους από το αποτέλεσμα του πρωτοβάθμιου προσυμβατικού ελέγχου (βλ. σχετ. εισηγητική έκθεση του ν. 3060/2002), σε «λαϊκή αγωγή» για την προστασία γενικών και απρόσωπων συμφερόντων. Ακολούθως, εφόσον νομίμως απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ως απαράδεκτη η υπέρ της διατήρησης της ισχύος της 412/2011 πράξης του Ε΄ Κλιμακίου παρέμβαση της ήδη αιτούσας εταιρείας «....», η εταιρεία αυτή δεν απέκτησε την ιδιότητα της παρεμβαίνουσας ενώπιον της διαδικασίας του VI Τμήματος και κατ’ επέκταση δεν νομιμοποιείται, κατά τα γενόμενα δεκτά ανωτέρω (σκέψη ΙΙΙ), στην άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναθεώρησης σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 19Α του π.δ. 774/1980, όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 14 του ν. 3932/2011. Κατά τη μειοψηφούσα όμως γνώμη του Συμβούλου Γεωργίου Βοΐλη, μη νομίμως απορρίφθηκε από το Τμήμα, ελλείψει σπουδαίου εννόμου συμφέροντος, η υπέρ της διατήρησης της ισχύος της 412/2011 πράξης του Ε΄ Κλιμακίου παρέμβαση της ήδη αιτούσας εταιρείας «.....», καθόσον υφίσταται σπουδαίο έννομο συμφέρον αυτής συναρτώμενο με τη βλάβη την οποία υπέστη η εν λόγω εταιρεία εκ του γεγονότος ότι αν και 4η κατά σειρά μειοδοσίας στο διαγωνισμό από τις συνολικά επτά (7) που κατέθεσαν προσφορά αποκλείστηκε, λόγω του ότι δεν πληρούσε πρόσθετο όρο τεχνικής ικανότητας τον οποίο το Κλιμάκιο έκρινε παράνομο, με συνέπεια να τεθεί εκτός διαγωνιστικής διαδικασίας, γεγονός που θεμελιώνει το προσωπικό, άμεσο και ενεστώς έννομο συμφέρον αυτής να τύχει δικαστικής προστασίας από το Ελεγκτικό Συνέδριο με βάση τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1 και 98 παρ. 1 περ. β΄ του Συντάγματος και 19 Α (όπως ισχύει) του π.δ. 774/1980, η κρίση δε από το Ελεγκτικό Συνέδριο της νομιμότητας αποκλεισμού μιας εταιρείας από διαγωνιστική διαδικασία αποτελεί θεμελιώδες συνταγματικό δικαίωμα και κρίνεται αυτοτελώς, δηλαδή άσχετα από την πιθανολογούμενη, μετά την τυχόν ακύρωση αυτής από το Ελεγκτικό Συνέδριο, εξέλιξη, ήτοι ανάθεση σε άλλον υποψήφιο, επανάληψη ή ματαίωση του διαγωνισμού, γιατί σε διαφορετική περίπτωση θα μπορούσε η διεξάγουσα τον διαγωνισμό δημόσια αρχή να αποκλείει υποψηφίους αναδόχους και αυτοί να μην μπορούν να προβάλλουν στο Ελεγκτικό Συνέδριο τις νόμιμες αντιρρήσεις τους και να τύχουν της παραπάνω δικαστικής προστασίας με μόνο επιχείρημα την μη επανάληψη του επίμαχου διαγωνισμού, γεγονός που δεν συνάδει με την προεκτεθείσα συνταγματική αρχή για την παροχή πλήρους και κυρίως αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας στα φυσικά και νομικά πρόσωπα της χώρας όταν θίγονται έννομα συμφέροντά τους, όπως είναι, εν προκειμένω, ο αποκλεισμός της ανωτέρω εταιρείας από διαδικασία διαγωνισμού.
ΕΣ/ΤΜ.6/1890/2010
Έργο- έλεγχος σχεδίου συμβάσεως:.Με τα δεδομένα αυτά, και σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, το Τμήμα κρίνει ότι η αναγραφή στην εγγυητική επιστολή του διακριτικού τίτλου («...») της εταιρείας «...» δεν προκαλεί σύγχυση ως προς την ταυτότητά της, δεδομένου ότι αναγράφεται και η διεύθυνση στην οποία στεγάζεται η έδρα αυτής, στοιχεία τα οποία είναι ίδια με τα αναγραφόμενα στο ιδιωτικό συμφωνητικό συστάσεως της ομόρρυθμης εταιρείας «....», και, συνεπώς, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η προσκομισθείσα εγγυητική επιστολή εξεδόθη υπέρ αυτής. Επίσης, η θέση στις σχετικές υπεύθυνες δηλώσεις σφραγίδας με το διακριτικό τίτλο της εταιρίας, η οποία περιλαμβάνει και στοιχεία όπως τη διεύθυνση, τον Αριθμό Φορολογικού Μητρώου και τα τηλέφωνα αυτής δεν δύναται να προκαλέσει σύγχυση αναφορικά με την εταιρία που αφορούν, ενώ το ονοματεπώνυμο του διαχειριστή αυτής ..., ο οποίος υπογράφει τις υπεύθυνες δηλώσεις, προκύπτει από το περιεχόμενο της κάθε υπεύθυνης δήλωσης. Ως εκ τούτου, μη νομίμως έγινε δεκτή η ως άνω ένσταση και αποκλείστηκε η πρώτη μειοδότρια «...», κατά τα ορθώς κριθέντα με την προσβαλλόμενη πράξη του Κλιμακίου, απορριπτομένων των περί αντιθέτου προβαλλομένων με τις υπό κρίση αιτήσεις ως αβασίμων.Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, το Τμήμα κρίνει ότι δεν συντρέχει λόγος ανάκλησης της 142/2010 πράξης του Ε΄ Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου και μη νόμιμα με την 101/2010 απόφαση της Δημαρχιακής Επιτροπής αποκλείσθηκε η πρώτη μειοδότρια «...», συνακόλουθα δε οι υπό κρίση αιτήσεις, με τις οποίες υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες και να διαταχθεί η κατάπτωση υπέρ του Δημοσίου του κατατεθέντος παραβόλου από την αιτούσα κοινοπραξία (άρθρο 56 παρ. 4 π.δ.774/1980, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 57 παρ. 3 ν.3659/2008).