Αριθμός Πρωτοκόλλου: ΕΣ/ΤΜ.ΔΕΥΤΕΡΟ/1184/2023
ΚΑΤΑΛΟΓΙΣΜΟΣ:Ειδικότερα: Ο προβαλλόμενος λόγος έφεσης ότι το ποσό των 2.212,92 € αφορά σε κρατήσεις υπέρ τρίτων και για το λόγο αυτό δεν εγγράφεται στο βιβλίο εσόδων, είναι απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος, καθόσον, σε κάθε περίπτωση το ανωτέρω ποσό έπρεπε να εμφανίζεται στους λογαριασμούς της Σχολικής Επιτροπής. Ομοίως αβάσιμος είναι και ο προβαλλόμενος λόγος ότι τα ποσά 3.808,29 € και 98,37 € αφορούν υπαρκτά και κατατεθειμένα στους τραπεζικούς λογαριασμούς ποσά, καθόσον σε αυτή την περίπτωση τα ανωτέρω ποσά έπρεπε να εμφανίζονται ως πλεόνασμα στους λογαριασμούς της Σχολικής Επιτροπής.Ο λόγος έφεσης, αναφορικά με την καταβολή των εξόδων παράστασης, ότι η αρχικώς εκκαλούσα δεν ευθύνεται ούτε με ελαφρά αμέλεια για την πρόκληση του ελλείμματος, καθόσον διέθετε τα χρήματα που λάμβανε ως Πρόεδρος της Σχολικής Επιτροπής σε κοινωφελείς σκοπούς και δεν κατέστη πλουσιότερη, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος, καθόσον και αληθής υποτιθέμενος δεν ασκεί επιρροή στη νομιμότητα της προσβαλλόμενης, καθόσον η διάθεση των εν λόγω χρημάτων για κοινωφελείς σκοπούς δεν αίρει τη μη νομιμότητα της καταβολής τους στην εκκαλούσα.Περαιτέρω, το άρθρο 34 του ν. 3801/2009 δεν δύναται να τύχει εφαρμογής στην κρινόμενη υπόθεση, καθόσον δεν προκύπτει η συνδρομή της αναφερόμενη στη σκέψη 8.Α. υπό στοιχείο α) προϋπόθεσης για τις δαπάνες που αναφέρονται στη σκέψη 10.Γ. υπό στοιχεία α-γ και ι, αφού δεν αφορούν σε έργα, εργασίες, προμήθειες, παροχή υπηρεσιών, μισθώματα ή χρηματοδοτήσεις, ούτε της υπό στοιχείο γ) προϋπόθεσης για τις λοιπές δαπάνες, καθότι δεν βεβαιώνεται αρμοδίως η εκτέλεση του αντικειμένου για το οποίο έλαβε χώρα η καταβολή τους.15. Το Δικαστήριο, όμως, συνεκτιμώντας κατ’ εφαρμογή του άρθρου 150 παρ. 1 του ν. 4820/2021 α) τη βαρύτητα των δημοσιονομικών παραβάσεων της αρχικώς εκκαλούσας και την άτακτη διενέργεια από μέρους της της διαχείρισης και της τήρησης των βιβλίων, β) το επελθόν δημοσιονομικό αποτέλεσμα και το ύψος του ελλείμματος που κρίνεται σημαντικό για τη διαχείριση μιας Σχολικής Επιτροπής, γ) το γεγονός ότι το έλλειμμα δεν οφείλεται σε δόλο ή βαρεία αμέλεια της, όπως ρητά έγινε δεκτό με την προσβαλλόμενη, και δ) το ότι το καταλογισθέν ποσό βαρύνει τελικά τους κληρονόμους της, οι οποίοι ουδεμία υπαιτιότητα έχουν για τη δημιουργία του ελλείμματος, κρίνει ότι το ποσό του καταλογισμού πρέπει να μειωθεί περαιτέρω κατά 20% ήτοι σε 21.550,68 € (26.938,34 Χ 20%= 5.387,66 και 26.938,34- 5.387,66 = 21.550,68). Κατ’ ακολουθία, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η έφεση, να μεταρρυθμιστεί η προσβαλλόμενη πράξη και να περιοριστεί το καταλογισθέν ποσό σε βάρος της αρχικώς εκκαλούσας σε 21.550,68 € και να διαταχθεί η απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου στους συνεχίζοντες τη δίκη κληρονόμους αυτής (άρθρο 310 παρ. 1 ν. 4700/2020).
ΒΛΕΠΕ ΚΑΙ ΕΣ/ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ/573/2025
Τύπος: ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΕΛΕΓΚ.ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ
Ιστορικό Κωδικοποιήσεων
Σχετικά Έγγραφα
ΕΣ/Τμ.7(ΚΠΕ)/10/2017
ΕΠΙΧΟΡΗΓΗΣΕΙΣ:(...)Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στη μείζονα σκέψη της παρούσας, το Κλιμάκιο κρίνει ότι η καταβολή της ελεγχόμενης τακτικής επιχορήγησης από το Δήμο ....... στην ως άνω σχολική επιτροπή πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης δεν είναι νόμιμη, αφού το ποσό αυτό δεν προκύπτει ότι προέρχεται από τους πόρους που προβλέπονται στη διάταξη του άρθρου 113 του ν. 1892/1990. Ειδικότερα, στη συστατική πράξη της σχολικής επιτροπής, ως πόροι αυτής, δύνανται να ορίζονται μόνο αυτοί που προβλέπονται από τις κείμενες διατάξεις. Επομένως, μη νομίμως, στην ως άνω συστατική πράξη προβλέφθηκε ότι συνιστά πόρο της σχολικής επιτροπής, ετήσια τακτική επιχορήγηση από πόρους του Δήμου (ετήσια τακτική επιχορήγηση του Δήμου που ανέρχεται σε 100.000 ευρώ), πέραν της προβλεπόμενης από τις διατάξεις του άρθρου 113 παρ. 6 του ν. 1892/1990 τακτικής επιχορήγησης. Συνακόλουθα, η επίμαχη διάταξη του άρθρου 4 της ως άνω συστατικής πράξης, δεν μπορεί να αποτελέσει το νόμιμο έρεισμα της ελεγχόμενης δαπάνης. Επισημαίνεται επιπλέον, ότι σύμφωνα με το άρθρο 239 του ν. 3463/2006, στη συστατική πράξη των δημοτικών και κοινοτικών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου αναγράφεται η πηγή αποκλειστικά των θεσμοθετημένων από τις κείμενες διατάξεις πόρων των νομικών προσώπων, ενώ δεν αναγράφεται το ακριβές ύψος της επιχορήγησης. Εξάλλου, δεν θα ήταν δυνατόν να αποτελέσει αντικείμενο του περιεχομένου συστατικής πράξης σχολικής επιτροπής, το ακριβές ποσό της ετήσιας τακτικής επιχορήγησης Δήμου προς αυτήν, αφού κάθε έτος διαμορφώνεται σε διαφορετικό ποσό, καθόσον το 9% των 2/3 του φόρου εισοδήματος φυσικών και νομικών προσώπων, το οποίο διατίθενται στους Δήμους από το Υπουργείο Εσωτερικών, προκειμένου να επιχορηγήσουν τις σχολικές επιτροπές, μεταβάλλεται και δεν είναι το ίδιο κάθε έτος.
ΕΣ/ΤΜ.6/489/2017
ΚΑΤΑΛΟΓΙΣΜΟΣ.Απαραδέκτως ζητείται «ο περιορισμός του καταλογισθέντος ποσού κατά 2.500.000 δρχ. που φέρεται ότι αποτελούν τις νόμιμες κρατήσεις και το φόρο που αναλογεί στο ποσό των 4.419.000 δρχ., καθόσον η αναζήτηση εκ μέρους του εκκαλούντος-ανακόπτοντος των φερομένων ως αχρεωστήτως καταβληθέντων φόρων και κρατήσεων αφενός υπάγεται στην αρμοδιότητα των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, αφετέρου δεν μπορεί να στραφεί κατά του εφεσίβλητου - καθ’ού Οργανισμού». Η ως άνω κρίση έχει ήδη καταστεί αμετάκλητη, καθόσον όπως προκύπτει από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης κατά της ανωτέρω απόφασης, το κεφάλαιο αυτό δεν επλήγη από τον εκκαλούντα και συνεπώς δεν ανετράπη από την 2497/2015 απόφαση της Ολομέλειας. Συνεπώς, δεν μπορεί να επανεξετασθεί από το δικαστήριο τούτο και ο προβαλλόμενος λόγος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
ΕΣ/Γ΄ ΕΛΑΣΣΟΝΑ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ/1198/2024
Επομένως, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η έφεση, να μεταρρυθμιστεί η καταλογιστική πράξη και από τα κατά τα ανωτέρω καταλογισθέντα εις βάρος των αναιρεσειόντων ποσά, όπως διαμορφώθηκαν μετά τη μεταρρύθμιση της καταλογιστικής πράξης από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, πρέπει α) από το ποσό των 15.259,91 ευρώ, στο οποίο περιορίστηκε το σε βάρος της πρώτης αναιρεσείουσας καταλογισθέν ποσό, πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 594,84 ευρώ που αντιστοιχεί στο 1/10 των 5.948,36 ευρώ (που είχε αρχικώς καταλογιστεί σε βάρος της και αφορούσε στις δαπάνες κινητής τηλεφωνίας, οι οποίες έχουν νομιμοποιηθεί) και β) από το ποσό των 22.889,87 ευρώ, στο οποίο περιορίστηκε το σε βάρος εκάστου των λοιπών αναιρεσειόντων καταλογισθέν ποσό, πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 892,54 ευρώ που αντιστοιχεί στο 1/10 των 8.922,54 ευρώ (που είχε αρχικώς καταλογιστεί σε βάρος καθενός από αυτούς και αφορούσε στις δαπάνες κινητής τηλεφωνίας, οι οποίες έχουν νομιμοποιηθεί). Κατόπιν αυτών, το καταλογισθέν εις βάρος της πρώτης αναιρεσείουσας ποσό πρέπει να περιορισθεί στο ποσό των 14.665,07 (15.259,91 – 594,84) ευρώ και το καταλογισθέν εις βάρος των λοιπών ποσό πρέπει να περιορισθεί στο ποσό των 21.997,62 (22.889,87 – 892,25) ευρώ.Για τους λόγους αυτούς.Δέχεται εν μέρει την αίτηση αναίρεσης. Αναιρεί την 843/2019 απόφαση του VII Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου κατά τα οριζόμενα στο σκεπτικό.
ΕΣ/Τ7/142/2009
Μελέτες.Συμπληρωματικές συμβάσεις.Η εντελλόμενη με το υπό κρίση χρηματικό ένταλμα πληρωμής δαπάνη δεν είναι νόμιμη, καθόσον αφορά σε καταβολή αμοιβής για εργασίες που εκτελέστηκαν δυνάμει συμπληρωματικής σύμβασης μελέτης, με την οποία ανατέθηκαν στον ανάδοχο εργασίες αξίας μεγαλύτερης του 50% του προβλεπόμενου αρχικώς συμβατικού ανταλλάγματος, κατά παράβαση των προαναφερόμενων διατάξεων του άρθρου 17 παρ. 1 του ν. 716/1977, δεδομένου ότι το ποσό των 70.000.000 δραχμών της 2ης συμπληρωματικής σύμβασης ξεπερνά το 50% του αρχικού προϋπολογισμού της μελέτης, που συνιστά και τη συμβατική αμοιβή του μελετητή, η οποίο προσδιορίστηκε με την από 29.6.1989 (δεύτερη συναφθείσα) σύμβαση στο ποσό των 15.000.000 δραχμών,
ΕΣ/ΤΜ.6/1276/2016
ΚΑΤΑΛΟΓΙΣΜΟΙ:Υπό τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά και τις νομικές παραδοχές της αρχικής, επί της υπό κρίση έφεσης, 230/2009 απόφασης του Τμήματος, οι οποίες δεν ανατράπηκαν με την πιο πάνω 1806/2014 απόφαση της Ολομέλειας, το Τμήμα κρίνει ότι η εκκαλούσα, η οποία είχε οριστεί αναπληρώτρια ελεγκτής εξόδων Ο.Τ.Α., εγκρίνοντας την εξόφληση του 21/1994 χρηματικού εντάλματος (το οποίο, σύμφωνα με τη γραφολογική εξέταση που διενεργήθηκε, έφερε την υπογραφή της), διενήργησε πράξη διαχείρισης επί των χρημάτων της Κοινότητας, το πραγματικό δε αυτό γεγονός της προσέδωσε την ιδιότητα της υπολόγου και την, εντεύθεν, δημοσιονομική πλέον ευθύνη της προς αποκατάσταση του ελλείμματος, που προκλήθηκε από την εν λόγω διαχειριστική δράση της. Εξάλλου, η εκκαλούσα, κατά τη διενέργεια της εν λόγω διαχειριστικής πράξης (έγκριση εξόφλησης του 21/1994 Χ.Ε.), δεν επέδειξε την απαιτούμενη εκ της ιδιότητάς της επιμέλεια, αφού δεν προέβη, ως όφειλε, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, σε έλεγχο νομιμότητας και πληρότητας των δικαιολογητικών του επίμαχου χρηματικού εντάλματος και, συνεπώς, ο προβαλλόμενος λόγος έφεσης περί έλλειψης οποιασδήποτε υπαιτιότητας στο πρόσωπό της ως προς το δημιουργηθέν έλλειμμα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο δε προβαλλόμενος ισχυρισμός της, προς υποστήριξη της επικαλούμενης παντελούς έλλειψης υπαιτιότητας στο πρόσωπό της, ότι συμμορφώθηκε με τις οδηγίες της τότε προϊσταμένης της και, αληθής υποτιθέμενος, δεν αναιρεί την ευθύνη της εκκαλούσας για την ανωτέρω πλημμελή διαχειριστική ενέργεια που της αποδίδεται. Τα δε υποστηριζόμενα από την ίδια περί απειρίας της και έλλειψης ειδικών γνώσεων, λόγω της ιδιότητάς της ως μαθητευόμενης - δόκιμης υπάλληλου, προβάλλονται αλυσιτελώς, καθόσον, όπως εκτέθηκε ανωτέρω (σκ. II), η υπαιτιότητα δεν κρίνεται με βάση τις ατομικές ιδιότητες του υπολόγου, αλλά με βάση τη συμπεριφορά που θα επιδείκνυε, στη συγκεκριμένη κάθε φορά περίπτωση, ο μέσος συνετός άνθρωπος, που ανήκει στον ίδιο κύκλο επαγγελματικής και κοινωνικής δραστηριότητας. Περαιτέρω, η αποδιδόμενη, με τον ένδικο καταλογισμό, πλημμελής άσκηση από την εκκαλούσα των καθηκόντων της αναπληρώτριας ελεγκτή εξόδων Ο.Τ.Α., κατά την πληρωμή της εντελλόμενης με το ως άνω χρηματικό ένταλμα δαπάνης, ήτοι η έγκριση πληρωμής αυτής χωρίς να έχει προηγηθεί πλήρης έλεγχος των δικαιολογητικών αυτού, παρουσιάζει μεν απόκλιση από την επιμέλεια του μέσου συνετού ανθρώπου, που κινείται εντός του οικείου κύκλου επαγγελματικής δραστηριότητας, πλην όμως δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η απόκλιση αυτή εξικνείται πέραν του βαθμού της ελαφράς αμέλειας, καθόσον η διαχειριστική αυτή συμπεριφορά της δεν αποκλίνει σημαντικά από το ως άνω μέτρο της επιμέλειας, ώστε να μπορεί να χαρακτηρισθεί ως βαρεία. Συνεπώς, η εκκαλούσα ευθύνεται ως υπόλογος σε βαθμό ελαφράς αμέλειας για τη δημιουργία του επίδικου ελλείμματος στη διαχείριση της Κοινότητας Γραμματικού. Εξάλλου, η επίμαχη δαπάνη δεν μπορεί να νομιμοποιηθεί, κατ’ εφαρμογή των αναφερομένων στη σκέψη IV της παρούσας διατάξεων, καθόσον δεν συντρέχει τουλάχιστον μία από τις τέσσερις προϋποθέσεις που θέτουν οι εν λόγω διατάξεις, αφού δεν αποδεικνύεται από τα στοιχεία του φακέλου ότι έχει επιτελεσθεί ο σκοπός για τον οποίο διενεργήθηκε (πρβλ. αποφ. VII Τμ. Ε.Σ. 1679/2012, 587/2014). Περαιτέρω, συγγνωστή πλάνη της εκκαλούσας ως προς το δημιουργηθέν έλλειμμα δεν μπορεί να δικαιολογηθεί, καθόσον όφειλε και μπορούσε να γνωρίζει τις νόμιμες υποχρεώσεις της, που συνδέονταν με την ιδιότητά της ως αναπληρώτριας ελεγκτή εξόδων και, συνεπώς, δεν νοείται απαλλαγή της από το συνολικό ποσό του καταλογισμού, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 37 παρ. 1 του ν.3801/2009. Ωστόσο, το Δικαστήριο, συνεκτιμώντας την έλλειψη δόλου ή βαρείας αμέλειας της εκκαλούσας, τη (μικρή) βαρύτητα της δημοσιονομικής παράβασης που διέπραξε και τις συνθήκες τέλεσης αυτής, άγεται στην κρίση ότι πρέπει αυτή, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 37 παρ. 1 του ν.3801/2009, να καταλογιστεί με μέρος μόνο του διαπιστωθέντος ελλείμματος, το οποίο πρέπει να προσδιορισθεί στο ποσό των 1.500 ευρώ.
ΝΣΚ/13/2014
Γενικός Πρόξενος ως υπόλογος διαχείρισης δημοσίου χρήματος.(..)Κατάσταση : Αποδεκτή
Ο διατελέσας Γενικός Πρόξενος στο Ελληνικό Προξενείο του Ντύσσελντορφ Γερμανίας, ως διαχειρισθείς «εν τοις πράγμασι», χρηματικό ποσό από σύμβαση δανείου, την οποία συνήψε το έτος 2004 ως εκπρόσωπος της Ελληνικής Δημοκρατίας με το Δήμο του Ντύσσελντορφ, απέκτησε εκ του νόμου την ιδιότητα του υπόλογου και ευθύνεται για την αναπλήρωση-αποκατάσταση του προκύψαντος ελλείμματος. Εάν ο εν λόγω υπόλογος, κατόπιν προσκλήσεώς του, δεν προβεί στην αναπλήρωση-αποκατάσταση του ελλείμματος, αυτό θα πρέπει να του καταλογισθεί σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. (ομοφ.)
ΕΣ/Τμ.4(ΚΠΕ)140/2014
Μη νόμιμη η καταβολή δαπάνης από Α.Ε.Ι. για εξόφληση λογαριασμών κατανάλωσης φυσικού αερίου Ιδρύματος, σε εταιρεία παροχής φυσικού αερίου, καθόσον το εν λόγω Ίδρυμα δεν μπορεί να θεωρηθεί παράρτημα του Πανεπιστημίου, δεδομένου ότι αποτελεί Ν.Π.Ι.Δ., διαθέτει, δηλαδή, αυθύπαρκτη νομική προσωπικότητα και ίδιο προϋπολογισμό, στον οποίο έχουν προβλεφθεί έξοδα για κάλυψη δαπανών από λογαριασμούς επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας και επομένως μη νομίμως το Πανεπιστήμιο προέβη στην καταβολή επιχορήγησης προς κάλυψη της δαπάνης, χωρίς να προηγηθεί η λήψη σχετικής απόφασης των αρμοδίων οργάνων και η τήρηση της νόμιμης διαδικασίας.
ΕΣ/ΚΠΕ/ΤΜ.1/80/2018
ΕΦΑΠΑΞ:Με τα δεδομένα αυτά και ενόψει των προεκτεθεισών νομικών παραδοχών, το Κλιμάκιο κρίνει ότι ο πρώτος προβαλλόμενος λόγος διαφωνίας της Επιτρόπου είναι απορριπτέος ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης νομικής προϋπόθεσης, καθόσον, εκ μόνης της υποβολής της 4671/16.3.1999 αίτησης του προαναφερόμενου υπαλλήλου, για την κατ’ εφαρμογή του άρθρου 30 παρ. 2 του ν. 2592/1998 αναγνώριση και εξαγορά του χρόνου προϋπηρεσίας του, δεν γεννήθηκε οποιαδήποτε αξίωσή του έναντι του ...., ώστε να ανακύπτει ζήτημα παραγραφής της, εξαιτίας της παρέλευσης μακρού χρονικού διαστήματος μέχρι την αποδοχή της υποβληθείσας αίτησης από το Διοικητικό Συμβούλιο του Ταμείου. Τέτοια αξίωση του ανωτέρω υπαλλήλου, αφορώσα στην καταβολή της εφάπαξ παροχής του ν. 103/1975, γεννήθηκε μόνον μετά την αποχώρησή του από την ενεργό υπηρεσία και την υποβολή της 39170/7.11.2016 σχετικής αίτησής του, δεν έχει δε υποπέσει σε παραγραφή. Νομίμως, εξάλλου, συμπεριελήφθη στο συνολικό ποσό της εντελλόμενης δαπάνης το επιμέρους ποσό των 4.608,36 ευρώ, που αντιστοιχεί στους 49 μήνες υπηρεσίας για τους οποίους δεν έχει εισέτι καταβληθεί από τον αποχωρήσαντα υπάλληλο το αναλογούν ποσό εξαγοράς (2.104,06 ευρώ), δοθέντος ότι, κατά τα γενόμενα δεκτά ανωτέρω, η καταβολή αυτού δύναται.. να συντελεστεί διά συμψηφισμού κατά τον υπολογισμό και την πληρωμή του εφάπαξ βοηθήματος, και, συνεπώς, αποβαίνει απορριπτέος, ως νόμω αβάσιμος, ο περί του αντιθέτου προβαλλόμενος δεύτερος λόγος διαφωνίας. Ενόψει αυτών και εφόσον δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε άλλος λόγος διαφωνίας, η περιεχόμενη στο υπό έλεγχο χρηματικό ένταλμα δαπάνη παρίσταται νόμιμη και, επομένως, θα μπορούσε αυτό να θεωρηθεί, αν δεν είχε λήξει το οικονομικό έτος 2017, τις πιστώσεις του οποίου βαρύνει.
ΕΣ/ΚΠΕ.ΤΜ.7/227/2019
Προμήθεια tablet για την κάλυψη αναγκών Δήμου:..Με τα δεδομένα αυτά η ελεγχόμενη δαπάνη είναι νόμιμη γιατί συμπεριλαμβάνεται στο ποσό χρηματοδότησης μέσω της αξίας τοποθέτησης που καταβάλλεται κατά νόμο για λογαριασμό των ωφελουμένων για την υλοποίηση της ανωτέρω δράσης και δεν επιβαρύνει τον τακτικό προϋπολογισμό του φορέα, εξυπηρετεί δε τη λειτουργική δραστηριότητα της Επιχείρησης, καθόσον τα tablet και η χρήση των νέων τεχνολογιών συνιστά σημαντικό βοηθητικό μέσο για την επιτυχέστερη διεξαγωγή των κάθε είδους εκπαιδευτικών δράσεών της. Περαιτέρω, τα tablet δεν ανήκουν στο πάγιο εξοπλισμό της Επιχείρησης, αλλά, δεδομένου ότι χρηματοδοτούνται μέσω της αξίας τοποθέτησης, διατίθενται στους ωφελούμενους της δράσης ώστε να μπορούν να χρησιμοποιηθούν από αυτούς και σε περίπτωση αλλαγής δομής υποδοχής κατά τη διάρκεια της σχολικής χρονιάς.
ΕΣ/ΤΜ.ΔΕΥΤΕΡΟ/243/2021
Αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά - μισθοδοσία και έξοδα κίνησης...Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στην προηγούμενη σκέψη, η υπαλληλική σχέση του αρχικώς εκκαλούντος λύθηκε αυτοδικαίως στις 23.9.2004, με την άπρακτη πάροδο τριμήνου από την επομένη της υποβολής της παραίτησής του, είχε δε δικαίωμα να του καταβληθούν τρίμηνες αποδοχές μέχρι και τις 24.12.2004. Συνεπώς, δεν είναι νόμιμος ο σε βάρος του καταλογισμός των αποδοχών που του καταβλήθηκαν κατά το χρονικό διάστημα από 22.6.2004 μέχρι και 24.12.2004. Ειδικά όσον αφορά στα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και αδείας, ως χρονικό διάστημα κατά το οποίο μισθοδοτήθηκε δεν έπρεπε να ληφθεί το χρονικό διάστημα μέχρι και τις 22.6.2004, αλλά το χρονικό διάστημα μέχρι και τις 24.12.2004. Τέλος, όσον αφορά στα έξοδα κίνησης, ορθά καταλογίστηκε σε βάρος του το ποσό που του καταβλήθηκε από τις 22.6.2004 και έπειτα, δηλαδή κατά το χρονικό διάστημα που απουσίαζε από την υπηρεσία του.Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναβληθεί η έκδοση οριστικής απόφασης επί της έφεσης και να παραπεμφθεί με επιμέλεια της Γραμματείας του Δικαστηρίου ο φάκελος της υπόθεσης στην αρμόδια υπηρεσία του Δήμου ..., προκειμένου εντός προθεσμίας δύο (2) μηνών από την κοινοποίηση της παρούσας απόφασης στην υπηρεσία αυτή να επανυπολογιστεί το ποσό των καταλογιστέων σε βάρος του αρχικώς εκκαλούντος αποδοχών, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην αμέσως προηγούμενη σκέψη και να επιστραφεί ο φάκελος στη Γραμματεία του Δικαστηρίου.