ΕΣ/ΚΛΙΜ.Ζ/94/2025
Τύπος: ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΕΛΕΓΚ.ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ
Το Ζ' Κλιμάκιο του Ελεγκτικού Συνεδρίου γνωμοδότησε ότι δεν κωλύεται η υπογραφή της σύμβασης μεταξύ του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου και πωλήτριας εταιρείας για την αγορά ακινήτου στην Τρίπολη, αντί τιμήματος 2.500.000 ευρώ, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως φοιτητική εστία. Η απόφαση τίθεται υπό συγκεκριμένους όρους, καθώς κατά τον έλεγχο τίτλων εντοπίστηκαν υποθήκη υπέρ της Δ.Ο.Υ. και απαλλοτριωμένη έκταση. Το Πανεπιστήμιο οφείλει να διασφαλίσει την εξάλειψη της υποθήκης μέσω παρακράτησης του τιμήματος και τη διόρθωση του τοπογραφικού διαγράμματος, αφαιρώντας την απαλλοτριωμένη έκταση και το αντίστοιχο ποσό αποζημίωσης, προκειμένου να διασφαλιστεί η νομιμότητα της μεταβίβασης.
Ιστορικό Αναθεωρήσεων (Πιλοτική Εφαρμογή)
Σχετικά Έγγραφα
ΝΣΚ/175/2008
Προϋποθέσεις ανάκλησης οικοδομικών αδειών.(..)Κατάσταση : Αποδεκτή
Οικοδομική άδεια. Αίτημα «αναθεώρησης» με υποβολή νέου τοπογραφικού διαγράμματος γηπέδου: Νέα αίτηση, υπό τους ισχύοντες κατά το χρόνο υποβολής της όρους και όχι αναθεώρηση προηγούμενης άδειας επί άλλου τοπογραφικού γηπέδου με διαφορετικά όρια. Γήπεδο: Ενιαία συνεχόμενη έκταση ανήκουσα στον ίδιο ιδιοκτήτη ή σε πολλούς εξ αδιαιρέτου, με ποσοστό συνιδιοκτησίας εκάστου ίσο με όλη την έκταση. Αδιάφορη μονομερής δήλωση κατάτμησης, χωρίς μεταβίβαση τμήματος σε τρίτον. Οικοδομική άδεια δεν ανακαλείται, πλην επί παρανομίας ή ειδικού λόγου ρητά προβλεπόμενου. Ανακλητέα και επί απωλείας νομίμου ερείσματός της ως επί δικαστικής ακύρωσης οριοθέτησης οικισμού εντός του οποίου το γήπεδο. Παράνομη άδεια πάντοτε ανακλητέα εντός πενταετίας υπό τους όρους ανάκλησης παράνομων διοικητικών πράξεων. Διακριτική ευχέρεια και όχι υποχρέωση της Διοίκησης. Μετά πενταετία ανάκληση νόμιμη μόνον επί δόλου ή συνδρομής ειδικών λόγων δημοσίου συμφέροντος.
ΕΣ/ΚΛΙΜΑΚΙΟ Ζ/50/2025
Η απόφαση του Ελεγκτικού Συνεδρίου (Ζ΄ Κλιμακίου) αφορά τον έλεγχο νομιμότητας της διαδικασίας σύναψης και του σχεδίου σύμβασης μεταξύ του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου «Διεθνές Πανεπιστήμιο της Ελλάδος» και ιδιώτη για την αγορά ακινήτου στη Σίνδο Θεσσαλονίκης, προκειμένου να λειτουργήσει νέα φοιτητική εστία. Το συμβατικό τιμήμα ανέρχεται σε 1.850.000 ευρώ. Το Κλιμάκιο ελέγχει τη συμμόρφωση με τις διατάξεις του π.δ. 715/1979, όπως τροποποιήθηκε, και επισημαίνει την ανάγκη έκδοσης πιστοποιητικών ενεργειακής απόδοσης, πυρασφάλειας και προσβασιμότητας για ΑΜΕΑ. Επίσης, επιβάλλει τον έλεγχο των τίτλων ιδιοκτησίας πριν από την υπογραφή της σύμβασης. Δεν κωλύει τη διαδικασία, αλλά θέτει συγκεκριμένες προϋποθέσεις για τη νομιμότητά της.
ΝΣΚ/487/2002
Οικοδομική άδεια. Μεταβολή ειδικού πολεοδομικού καθεστώτος. Πολεοδομική συνένωση οικοπέδων. Προϋποθέσεις. Μεγάλο έργο.(..)Κατάσταση : Μη αποδεκτή
1) Για την εφαρμογή του πολεοδομικού καθεστώτος που ίσχυε προ του ΠΔ της 8.3.1985, αναφερομένου στους όρους δόμησης της παραλιακής περιοχής Βουλιαγμένης – Σουνίου, προκειμένου για ανέγερση συγκροτήματος 66 κατοικιών και καταστημάτων, θεωρουμένου κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας μεγάλου τεχνικού έργου, δεν είναι αναγκαία η υποβολή μέχρι την μεταβολή όλων των αναγκαίων για τη χορήγηση οικοδομικής άδειας στοιχείων, αλλά μόνον τίτλων ιδιοκτησίας, διαγράμματος κάλυψης, σχηματικής τομής και τοπογραφικού σχεδίου (ομόφωνα). 2) Για την πολεοδομική συνένωση συνεχόμενων επί μέρους συνιδιοκτητών ακινήτων, αρκεί ότι οι συγκύριοι έχουν το ίδιο ποσοστό συνιδιοκτησίας σε όλα τα ακίνητα, και χρησιμοποιούν τη συνολική επιφάνεια ως προς τον συντελεστή δόμησης και το ποσοστό κάλυψης. Για δόμηση εκτός σχεδίου, αναγκαία η υποβολή αίτησης από όλους τους συνιδιοκτήτες, πλην επί παραλείψει κάποιου είναι δυνατή η εκ των υστέρων ρητή ή σιωπηρή συναίνεση (πλειοψ.).
ΝΣΚ/114/2023
Ζητήματα που γεννώνται σχετικά με τη δυνατότητα ανταλλαγής ακινήτων εντός της πόλης του Ηρακλείου Κρήτης, εκτός εγκεκριμένου σχεδίου, στα πλαίσια εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 2 του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων.(...)α) Συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την ανταλλαγή, στα πλαίσια εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 2 του Κ.Α.Α.Α., δύο τμημάτων οικοπέδου που βρίσκεται εντός της πόλης του Ηρακλείου Κρήτης, εκτός εγκεκριμένου σχεδίου, και συγκεκριμένα του τμήματος έκτασης 454 τ.μ. που ανήκει στο Δημόσιο μετά τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης και δεν χρησιμοποιήθηκε για την εκτέλεση του έργου ή για την εκπλήρωση άλλου σκοπού δημόσιας ωφέλειας, με το αντίστοιχης έκτασης τμήμα που καταλήφθηκε παράνομα για την υλοποίηση του έργου (ομόφωνα). β) Αρμόδια υπηρεσία να συναινέσει στην προτεινόμενη ανταλλαγή είναι η αρμόδια για την καταγραφή και διαχείριση των ακινήτων του Δημοσίου υπηρεσία του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών. Το Τμήμα Απαλλοτριώσεων της Διεύθυνσης (Δ25) του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών, οφείλει προηγουμένως να μεριμνήσει προκειμένου να καταγραφεί ως δημόσιο κτήμα η έκταση των 454 τ.μ. που απαλλοτριώθηκε, πλην όμως δεν χρησιμοποιήθηκε για την εκτέλεση του παραπάνω έργου, ούτε για άλλον σκοπό δημόσιας ωφέλειας. Αρμόδια υπηρεσία για τη θεώρηση του τοπογραφικού διαγράμματος που θα προσαρτηθεί στην οικεία συμβολαιογραφική πράξη της ανταλλαγής, είναι το Τμήμα Τοπογραφήσεων και Τοπογραφικών Εφαρμογών της Διεύθυνσης (Δ25) του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών (ομόφωνα). γ) Για την έκδοση της απόφασης έγκρισης της ανταλλαγής, αρμόδιος είναι ο Υπουργός Υποδομών και Μεταφορών, από κοινού με τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, η δε αρμοδιότητα της τελικής υπογραφής της ως άνω εγκριτικής απόφασης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 109 του ν. 4622/2019 (περί επιτελικού κράτους), ανήκει στους Προϊσταμένους των Γενικών Διευθύνσεων των Υπουργείων Υποδομών και Μεταφορών και Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών (ομόφωνα). δ) Κατά την υπογραφή του συμβολαίου της ανταλλαγής, το Δημόσιο εκπροσωπείται από τον Υπουργό Υποδομών και Μεταφορών, ο οποίος δύναται να εξουσιοδοτήσει εγγράφως για την υπογραφή του τον Προϊστάμενο της οικείας Κτηματικής Υπηρεσίας ή άλλης Υπηρεσίας του νομού Ηρακλείου (ομόφωνα).
ΣΤΕ/3008/1996
Δημοσίευση απόφασης δημοτικού συμβουλίου, ατομικού χαρακτήρα:..Επειδή, η πρώτη των προσβαλλομένων πράξεων, κατά το μέρος που με αυτήν αποφασίσθηκε από το Δημοτικό Συμβούλιο ... η χάραξη δέκα (10) νέων οικογενειακών τάφων στο Νεκροταφείο του Δήμουΐσύμφωνα με το συνημμένο σ' αυτήν τοπογραφικό σχέδιο της Τεχνικής Υπηρεσίας του Δήμου, είναι ατομική πράξη γενικού περιεχομένου και, συνεπώς, προκειμένου η απόφαση αυτή να αποκτήσει νόμιμη υπόσταση, έπρεπε να δημοσιευθεί σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στη διάταξη της παρ. 6 του άρθρου 87 του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα που προαναφέρθηκε. Απαιτείτο δηλαδή η δημοσίευση στο δημοτικό κατάστημα πίνακα περιέχοντος, μεταξύ των άλλων, και περίληψη του περιεχομένου της αποφάσεως αυτής. Στον αποσταλέντα όμως από τη Διοίκηση οικείο πίνακα, ο οποίος, κατά το επίσης αποσταλέν από 4.10.1988 αποδεικτικό, τοιχοκολλήθηκε στον πίνακα δημοσιεύσεων του Δήμου την 4.10.1988, αναγράφονται σχετικώς με την πρώτη προσβαλλομένη πράξη μόνο τα εξής : "Θέμα 8ο : Χάραξη οικογενειακών τάφων στον τομέα Γ' τμήμα τετράγωνο (αριθ. απόφασης 346/88) εγκρίνεται ομόφωνα". Με την αναγραφή των ως άνω στοιχείων δεν πληρούται η απαίτηση του νόμου για δημοσίευση περιλήψεως της αποφάσεως του Δημοτικού Συμβουλίου, διότι, μη συνδημοσιευθέντος του συνοδεύοντος την απόφαση τοπογραφικού διαγράμματος της ΤΥΔΒ, θα έπρεπε τουλάχιστον να προσδιορίζεται στο δημοσιευθέν κείμενο η ακριβής θέση και οι διαστάσεις των νέων τάφων. Επομένως, η πρώτη των προσβαλλομένων πράξεων μη δημοσιευθείσα νομίμως δεν έλαβε νόμιμη υπόσταση. Για τον λόγο αυτό, αυτεπαγγέλτως ερευνώμενο διότι ανάγεται στο υποστατό της προσβαλλομένης πράξεως, και δοθέντος ότι η εν λόγω πράξη έτυχε εφαρμογής, αφού επί τη βάσει αυτής εξεδόθησαν οι δύο άλλες προσβαλλόμενες πράξεις, πρέπει να ακυρωθεί, οπότε συνακυρωτέες καθίστανται και οι δύο άλλες προσβαλλόμενες πράξεις.
ΣΤΕ 1210/2010
ΔΑΝΕΙΑΚΕΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ:Αίτηση ακύρωσης της Ζ1-798/25.6.2008 (Β΄ 1353/11.7.2008) απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης.Ο λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι, όπως έχει προεκτεθεί, η Διοίκηση επιτρεπτώς κατέστησε περιεχόμενο της κανονιστικής ρύθμισης μόνο το ρυθμιστικό περιεχόμενο της πιο πάνω δικαστικής απόφασης, χωρίς να θεσπίσει η ίδια περαιτέρω ειδικότερους όρους και προϋποθέσεις συμμόρφωσης των προμηθευτών προς τη ρύθμιση αυτή. Κατά τη γνώμη όμως των Συμβούλων Φ. Αρναούτογλου, Ε. Νίκα και Ι. Γράβαρη η πιο πάνω κανονιστική ρύθμιση, στην οποία δεν προσδιορίζονται συγκεκριμένα κριτήρια εφαρμογής της, είναι αόριστη και, κατά συνέπεια, ο εξεταζόμενος λόγος θα έπρεπε να γίνει δεκτός.ΙΙΙ. Συμβάσεις λογαριασμού κατάθεσης. Όρος που προβλέπει ότι το πιστωτικό ίδρυμα επιβάλλει κατά την κρίση του οποτεδήποτε έξοδα κίνησης σε κάθε λογαριασμό κατάθεσης για την περίπτωση που δεν παρουσιάζει υπόλοιπο ανώτερο από το κατώτατο όριο που θα καθορίζει κάθε φορά το ίδιο για το αντίστοιχο είδος λογαριασμού (περ. 3 α). Η ανωτέρω διάταξη τέθηκε σύμφωνα με την 1219/2001 απόφαση του Αρείου Πάγου (και όχι με την 961/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως προβάλλουν οι αιτούσες), με την οποία κρίθηκε ως καταχρηστικός γενικός όρος συναλλαγών που ορίζει ότι η τράπεζα «μπορεί κατά την κρίση της να επιβάλλει οποτεδήποτε έξοδα κίνησης σε κάθε λογαριασμό για την περίπτωση που δεν παρουσιάζει υπόλοιπα ανώτερα από το κατώτατο όριο που θα καθορίζει κάθε φορά η τράπεζα για το αντίστοιχο είδος λογαριασμού». Ο Άρειος Πάγος έκρινε τον όρο καταχρηστικό ως αντικείμενο στις διατάξεις των περιπτώσεων ε΄ και ια΄ του άρθρου 2 παρ. 7 του ν. 2251/1994, λόγω της ανάγκης προστασίας των δικαιολογημένων προσδοκιών του πελάτη από τις απροσδόκητες ή αιφνιδιαστικές ρήτρες, δηλαδή τις ρήτρες που μεταβάλλουν την εικόνα που δικαιολογημένα έχει δημιουργηθεί στον πελάτη αναφορικά με το ύψος του τιμήματος ή την έκταση της κύριας παροχής, στοιχεία που είναι συνήθως τα μόνα που πράγματι εξετάζει ο πελάτης κατά τη σύναψη της σύμβασης, καθώς και λόγω της αδιαφάνειάς του. Ο Άρειος Πάγος έκρινε περαιτέρω ότι, όταν πρόκειται περί συλλογικής αγωγής, ο αφηρημένος κίνδυνος που ενσωματώνει ένας τέτοιος αδιαφανής όρος για τη δικαιοπρακτική αυτοδιάθεση του υποψήφιου καταναλωτή οδηγεί στην κήρυξη ως άκυρου του σχετικού όρου, ακόμη και αν ο ενδεχόμενα εύλογος τρόπος εφαρμογής του όρου στην πράξη από τον προμηθευτή θα αρκούσε για την εξάλειψη της επικινδυνότητάς του. Προβάλλεται ότι, εφόσον ο όρος χαρακτηρίστηκε καταχρηστικός μόνο για λόγους αδιαφάνειας, η απαγόρευση συλλήβδην της χρήσης του χωρίς να αναφέρεται η προϋπόθεση της διαφάνειας δεν αποτυπώνει ορθώς το δεδικασμένο και τίθεται καθ’ υπέρβαση της νομοθετικής εξουσιοδότησης. Σύμφωνα όμως με τα ανωτέρω, το περιεχόμενο του γενικού όρου συναλλαγών που απαγορεύεται με την κανονιστική ρύθμιση συμπίπτει με τον όρο που κρίθηκε καταχρηστικός με την 1219/2001 απόφαση του Αρείου Πάγου. Εξ άλλου, στην απόφαση αυτή δεν τίθενται όροι και προϋποθέσεις, κατά την έννοια της εξουσιοδοτικής διάταξης. Κατά συνέπεια, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Tελική διάταξη. Προβάλλεται ότι η τελική διάταξη της προσβαλλόμενης απόφασης, με την οποία ορίζεται ότι «Η απαγόρευση χρήσης των παραπάνω όρων περιλαμβάνει και τροποποιημένες διατυπώσεις ή συναφείς χαρακτηρισμούς που δεν αναιρούν ωστόσο το στίγμα της καταχρηστικότητας» έχει τεθεί καθ’ υπέρβαση της νομοθετικής εξουσιοδότησης και διευρύνει υπέρμετρα τον περιορισμό της ελευθερίας των συμβάσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων θέτοντας απαγορεύσεις και σε άλλες περιπτώσεις, τις οποίες δεν εξειδικεύει, κατά παράβαση της δικαιοκρατικής αρχής (άρθρο 25 παρ. 1 Συντάγματος) που επιβάλλει βεβαιότητα και ασφάλεια δικαίου στους επιτρεπόμενους περιορισμούς ατομικών δικαιωμάτων. Η ανωτέρω διάταξη αποβλέπει στην αποφυγή καταστρατήγησης των ρυθμίσεων της προσβαλλόμενης υπουργικής απόφασης και έχει την έννοια ότι απαγορεύεται η αναγραφή όρων στις ρυθμιζόμενες με την προσβαλλόμενη απόφαση συμβάσεις, οι οποίοι, παρά τη διαφορετική ονομασία ή διατύπωση τους, αποτελούν, κατ’ ουσίαν, όρους ταυτόσημους με τους απαγορευθέντες με την απόφαση αυτή ως καταχρηστικούς. Με τη διάταξη, συνεπώς, αυτή δεν διευρύνεται η κανονιστική ρύθμιση που θεσπίζει η προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση. Δεν θα ήταν, εξ άλλου, εφικτό να προβλέπονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι διαφορετικοί όροι που είναι δυνατόν να χρησιμοποιήσει κάθε πιστωτικό ίδρυμα προκειμένου να δηλώσει τους όρους, την αναγραφή των οποίων αυτή απαγορεύει. Κατά τη συγκλίνουσα, εξ άλλου, γνώμη του Συμβούλου Δ. Γρατσία η πιο πάνω διάταξη της προσβαλλλόμενης υπουργικής απόφασης στηρίζεται επαρκώς στη μνημονευθείσα εξουσιοδοτική διάταξη και, κατά συνέπεια, περιέχει επιτρεπτώς πρωτότυπη κανονιστική ρύθμιση. Κατά συνέπεια, ο εξεταζόμενος λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.