×
register
Συνδρομητική Υπηρεσία. Για να έχετε πλήρη πρόσβαση στο mydocman.gr πρέπει να συνδεθείτε: Είσοδος

ΔΕΔ/Θεσ/126/2025

Τύπος: Έγγραφα

ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ:

Η απόφαση 126 της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών αφορά τη μερική αποδοχή της ενδικοφανούς προσφυγής ενός φυσικού προσώπου κατά πράξεων διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος και Φ.Π.Α. και επιβολής προστίμων για τα φορολογικά έτη 2019 και 2020 από τη Δ.Ο.Υ. Λάρισας. Ο καταλογισμός βασίστηκε στη λήψη εικονικών φορολογικών στοιχείων (ανύπαρκτες συναλλαγές). Η Δ.Ε.Δ. επικύρωσε την εικονικότητα των συναλλαγών, απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς περί καλής πίστης. Παρόλα αυτά, η απόφαση τροποποιεί τις πράξεις για το 2019, αναγνωρίζοντας ως εκπιπτόμενη μια δαπάνη ύψους €9.000,00 που εσφαλμένα δεν είχε αναγνωριστεί ως ανεξόφλητη και άρα μη εκπεστέα. Επίσης, τροποποιείται o φόρος του 2020 λόγω απαλλαγής από την ειδική εισφορά αλληλεγγύης (άρθρο 72 παρ. 60 του Ν.4172/2013).


Ιστορικό Αναθεωρήσεων (Πιλοτική Εφαρμογή)

Σχετικά Έγγραφα

ΔΕΔ/Θεσ/78/2025

Η απόφαση 78 του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών απορρίπτει την ενδικοφανή προσφυγή ιδιοκτήτη ατομικής επιχείρησης κατά Οριστικής Πράξης Διορθωτικού Προσδιορισμού Φόρου Εισοδήματος και Προστίμου για το φορολογικό έτος 2018. Καταλογίστηκε συνολικό ποσό 12.273,48 ΕΥΡΩ λόγω της λήψης 75 εικονικών φορολογικών στοιχείων, καθαρής αξίας 29.954,80 ΕΥΡΩ, για ανύπαρκτες συναλλαγές. Τα φορολογητέα κέρδη διαμορφώθηκαν σε 32.285,03 ΕΥΡΩ. Η φορολογική αρχή τεκμηρίωσε την εικονικότητα των στοιχείων βασιζόμενη στο γεγονός ότι οι εκδότριες εταιρείες ήταν συναλλακτικά ανύπαρκτες (έλλειψη έδρας, προσωπικού, υποδομής, και εξόφλησης μέσω τραπεζικού συστήματος). Οι ισχυρισμοί του προσφεύγοντα περί καλής πίστης, έλλειψης αιτιολογίας και παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας απορρίφθηκαν.


ΔΕΔ/Θεσ/1114/2025

Η απόφαση του Προϊστάμενου της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών (Δ.Ε.Δ.) απορρίπτει την ενδικοφανή προσφυγή ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρείας κατά οριστικών πράξεων διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος και Φ.Π.Α. του φορολογικού έτους 2019 από το 1ο ΕΛ.ΚΕ. Θεσσαλονίκης. Οι πράξεις επιβλήθηκαν λόγω της διαπίστωσης λήψης 46 εικονικών και 2 μερικώς εικονικών φορολογικών στοιχείων, συνολικής καθαρής αξίας άνευ Φ.Π.Α. €215.757,49, για ανύπαρκτες συναλλαγές. Η Δ.Ε.Δ. έκρινε ότι ο έλεγχος απέδειξε πλήρως την εικονικότητα των στοιχείων, καθώς ο εκδότης στερούνταν έδρας και αποθεμάτων, όπως προέκυψε από έλεγχο κλειστής αποθήκης. Ως εκ τούτου, απορρίφθηκαν οι ισχυρισμοί της προσφεύγουσας περί καλής πίστης, περί μη αναγνώρισης δαπανών και περί εσφαλμένης εφαρμογής διατάξεων ΦΠΑ, επικυρώνοντας έτσι τα καταλογιζόμενα ποσά των €77.672,70 για φόρο εισοδήματος και €75.107,39 για Φ.Π.Α.


ΔΕΔ/Αθ/190/2025

Η απόφαση 190, που εκδόθηκε από τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών, αφορά την απόρριψη ενδικοφανούς προσφυγής κατά αποφάσεων διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος και ΦΠΑ για τα φορολογικά έτη 2018 και 2019. Ο προσφεύγων, ιδιοκτήτης επιχείρησης, έλαβε εικονικά φορολογικά στοιχεία από δύο επιχειρήσεις για ανύπαρκτες συναλλαγές. Για το 2018 πρόκειται για 26 εικονικά στοιχεία καθαρής αξίας 190.808,57€ και για το 2019 για 4 εικονικά στοιχεία αξίας 20.000€. Η φορολογική αρχή απέδειξε την εικονικότητα, καθώς οι εκδότριες εταιρείες κρίθηκαν φορολογικά και συναλλακτικά ανύπαρκτες, και δεν υπήρχαν τραπεζικές κινήσεις προς αυτές. Απορρίφθηκαν οι ισχυρισμοί του προσφεύγοντος περί καλοπιστίας και περί μη αυτοτελούς έκθεσης ελέγχου ΦΠΑ. Τα συνολικά ποσά που καταλογίστηκαν είναι 241.693,20€ για το 2018 και 40.696,18€ για το 2019 (Φ.Ε.), καθώς και 7.629,40€ για το 2018 και 44.351,95€ για το 2019 (ΦΠΑ).


ΔΕΔ/Θεσ/853/2025

Η απόφαση 853/14.05.2025 του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών απορρίπτει την ενδικοφανή προσφυγή της εταιρείας «........» κατά των οριστικών πράξεων διορθωτικού προσδιορισμού/επιβολής προστίμου φόρου εισοδήματος και Φ.Π.Α. για τα φορολογικά έτη 2017, 2018 και 2019. Οι πράξεις βασίστηκαν στη μη προσκόμιση βιβλίων και στοιχείων από την προσφεύγουσα και στη λήψη εικονικών φορολογικών στοιχείων από συναλλακτικά ανύπαρκτες επιχειρήσεις. Οι συνολικές οφειλές φόρων και προστίμων ανέρχονται σε 1.968.608,04 € (2017), 1.355.494,05 € (2018) και 670.129,52 € (2019) για τον φόρο εισοδήματος, και σε 1.716.465,82 € (2017), 1.109.116,64 € (2018) και 686.630,73 € (2019) για τον Φ.Π.Α. Απορρίφθηκαν οι ισχυρισμοί της προσφεύγουσας περί παραγραφής (λόγω διαπιστωμένης φοροδιαφυγής) και περί καλής πίστης, καθώς δεν απέδειξε την πραγματοποίηση των συναλλαγών.


ΔΕΔ/Θεσ/1280/2025

Η απόφαση 1280/2025 της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ) απορρίπτει την ενδικοφανή προσφυγή ενός ασκούντα ατομική επιχείρηση κατά οριστικών πράξεων διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος και προστίμων για τα φορολογικά έτη 2019 και 2020. Οι πράξεις επιβλήθηκαν λόγω της μη αναγνώρισης προς έκπτωση από τα ακαθάριστα έσοδα συνολικής αξίας 96.552,20 € (2019: 53.552,20 € και 2020: 43.000,00 €) που αντιστοιχούσε σε εικονικά φορολογικά στοιχεία από τέσσερις διαφορετικούς εκδότες. Η ΔΕΔ απέρριψε τους ισχυρισμούς του προσφεύγοντα περί έλλειψης αιτιολογίας, καλής πίστης, παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας και της αρχής της αναλογικότητας, επιβεβαιώνοντας την εικονικότητα των συναλλαγών βάσει των εκθέσεων ελέγχου που ανέφεραν την ανυπαρξία υλικοτεχνικής υποδομής και οργάνωσης στους εκδότες. Το καταλογιζόμενο συνολικό ποσό φόρων, τελών και εισφορών ανέρχεται σε 29.325,99 € (2019) και 18.944,58 € (2020).


ΔΕΔ/Αθ/463/2025

Η απόφαση 463/2025 της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών απορρίπτει την ενδικοφανή προσφυγή ενός φορολογούμενου που δραστηριοποιείται στις κατασκευαστικές εργασίες. Ο προσφεύγων αμφισβήτησε οριστικές πράξεις διορθωτικού προσδιορισμού ΦΠΑ και Φόρου Εισοδήματος για τα έτη 2018 και 2019, καθώς και πρόστιμα. Οι πράξεις εδράζονται στη διαπίστωση λήψης είκοσι τεσσάρων (24) εικονικών φορολογικών στοιχείων συνολικής καθαρής αξίας €95.180,00 από συναλλακτικά ανύπαρκτες επιχειρήσεις. Λόγω μη προσκόμισης λογιστικών αρχείων, ο έλεγχος προσδιόρισε τα εισοδήματα με βάση κάθε διαθέσιμο στοιχείο, απορρίπτοντας όλες τις μη τεκμηριωμένες δαπάνες. Η ΔΕΔ επικύρωσε τις προσβαλλόμενες πράξεις, κρίνοντας ότι οι διαπιστώσεις του ελέγχου ήταν βάσιμες και ότι οι ισχυρισμοί του προσφεύγοντος περί πραγματικότητας των συναλλαγών και καλής πίστης ήταν αβάσιμοι.


ΔΕΔ/Θεσ/749/2025

Η απόφαση (αρ. 749/05.05.2025) της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών απορρίπτει την ενδικοφανή προσφυγή ατομικής επιχείρησης, η οποία ζητούσε την ακύρωση πράξεων διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος/προστίμου και ΦΠΑ/προστίμου για τα φορολογικά έτη 2018, 2019 και 2020. Οι πράξεις καταλογίστηκαν λόγω μη αναγνώρισης προς έκπτωση δαπανών που αντιστοιχούσαν σε ληφθέντα εικονικά φορολογικά στοιχεία από δύο εκδότες για ανύπαρκτες στο σύνολό τους συναλλαγές. Η φορολογική αρχή τεκμηρίωσε την εικονικότητα βασιζόμενη σε εκθέσεις ελέγχου που έδειχναν έλλειψη υλικοτεχνικής υποδομής και μη τήρηση λογιστικών αρχείων από τους εκδότες. Η προσφεύγουσα δεν προσκόμισε στοιχεία που να αποδεικνύουν την πραγματοποίηση των συναλλαγών, με συνέπεια την απόρριψη των ισχυρισμών της.


ΔΕΔ/Θεσ/900/2025

Η υπ' αριθ. 900 Απόφαση της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών, εκδοθείσα στις 19.05.2025, απορρίπτει την ενδικοφανή προσφυγή ιδιώτη επιχειρηματία χονδρικού εμπορίου ενδυμάτων κατά πράξεων διορθωτικού προσδιορισμού ΦΠΑ και προστίμου για τις χρήσεις 2019 και 2020. Ο συνολικός φόρος και πρόστιμο ανέρχεται σε €2.268,00. Οι πράξεις βασίστηκαν στη μη αναγνώριση έκπτωσης ΦΠΑ, καθώς κρίθηκε ότι ο προσφεύγων έλαβε τρία εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτες συναλλαγές. Η φορολογική αρχή τεκμηρίωσε την εικονικότητα του εκδότη λόγω σοβαρών ελλείψεων σε υποδομή, προσωπικό, και λογιστική οργάνωση. Απορρίφθηκαν οι ισχυρισμοί του προσφεύγοντος περί έλλειψης αιτιολογίας, καλοπιστίας, παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας (καθώς δεν υπήρχε αμετάκλητη ποινική απόφαση), και αναλογικότητας, επικυρώνοντας έτσι τις αρχικές καταλογιστικές πράξεις.


ΔΕΔ/Θεσ/76/2025

Η απόφαση 76 της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών απορρίπτει την ενδικοφανή προσφυγή του προσφεύγοντα κατά της Οριστικής Πράξης Διορθωτικού Προσδιορισμού Φόρου Εισοδήματος και Πράξης Επιβολής Προστίμου, φορολογικού έτους 2019. Ο καταλογισμός ύψους 2.698,58 ΕΥΡΩ προήλθε από τη μη αναγνώριση δαπανών συνολικής καθαρής αξίας 7.710,00 ΕΥΡΩ, οι οποίες βασίζονταν σε εικονικά φορολογικά στοιχεία που έλαβε ο προσφεύγων από δύο εκδότες. Η ΔΕΔ επικύρωσε την πράξη, κρίνοντας ότι η φορολογική αρχή τεκμηρίωσε πλήρως την εικονικότητα των συναλλαγών, καθώς οι εκδότριες εταιρείες κρίθηκαν συναλλακτικώς ανύπαρκτες, βάσει της έλλειψης εγκαταστάσεων, προσωπικού, αγορών ή φορολογικής συμμόρφωσης. Απορρίφθηκαν όλοι οι ισχυρισμοί του προσφεύγοντα, συμπεριλαμβανομένων εκείνων περί έλλειψης αιτιολογίας, παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας (καθώς πρόκειται για διοικητική κύρωση) και φορολόγησης πλασματικού εισοδήματος.


ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ/248/2022

Η αγωγή με το περιεχόμενο που αναλύθηκε παραπάνω δεν είχε σύμφωνα με τις νομικές διατάξεις που αναλύθηκαν παραπάνω έρεισμα στο νόμο. Πρωτίστως οι εφεσίβλητοι δεν ανέφεραν στο δικόγραφο αυτής ότι το γεγονός ότι ο εκκαλών δήμος σταμάτησε να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους από την στην πραγματικότητα ενιαία σύμβαση αόριστου χρόνου, συνιστούσε απόλυση άκυρη αφού δεν έγινε εγγράφως και δεν καταβλήθηκε η νόμιμη αποζημίωση. Για το λόγο αυτό εξάλλου, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσκομιζόμενης με αριθμό 4057/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ήδη τελεσίδικη μετά τη με αριθμό 129/2017 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, απορρίφθηκε ως μη έχον έρεισμα σε νομική διάταξη το αίτημα των εδώ εφεσιβλήτων να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εκκαλούντος δήμου να τους απασχολεί, καθόσον δεν αναφερόταν στο δικόγραφο ότι η άρνηση του δήμου να αποδεχθεί την προσφερόμενη εργασία των εδώ εφεσιβλήτων γινόταν από περιστάσεις που υπερέβαιναν τα κριτήρια του άρθρου 281 του ΑΚ ή συνιστούσαν παράνομη προσβολή της προσωπικότητας τους. Στη συγκεκριμένη περίπτωση που πράγματι έχει αναγνωριστεί τελεσιδίκως ότι οι εφεσίβλητοι συνδέονται με τον εκκαλούντα δήμο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου από την ημερομηνία της αρχικής τους πρόσληψης, αυτοί δεν έχουν δικαίωμα σε μισθούς υπερημερίας για το διάστημα κατά το οποίο το εκκαλούν έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους. Τούτο δε διότι έχει κριθεί νομολογιακά ότι το άρθρο 269 παρ. 4 του Ν. 3463/2006 έδωσε αναδρομικότητα ως προς τη μισθολογική εξέλιξη των κατατασσόμενων προκειμένου αυτοί να έχουν τα ίδια μισθολογικά δικαιώματα τόσο ως προς τις αποδοχές, όσο και τα λοιπά επιδόματα εορτών και αδείας στους εργαζόμενους που κατατάσσονται σε προσωποπαγείς θέσεις που συνιστώνται για το λόγο αυτό σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του πδ 164/2004. Διότι κρίθηκε ότι ακόμη και στην περίπτωση μίσθωσης έργου (ΟλΑΠ 16/2017), η κατάταξη τους λογίζεται για όλες συνέπειες και, κατά συνέπεια και για την ένταξη αυτών στο αντίστοιχο μισθολογικό κλιμάκιο της οργανικής θέσης κατάταξης αυτών, ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και δεν πρέπει να στερηθούν λόγω του χαρακτηρισμού της σχέσης ως μίσθωσης έργου τα επιδόματα εορτών και αδείας, και ότι δικαιούνται των αποδοχών της θέσης στην οποία κατατάχθηκαν μόνο από την ημερομηνία κατάταξης και εφεξής (ΟλΑΠ 16/2017). Εδώ επομένως που εκτίθεται ότι σε συμμόρφωση με τις προαναφερόμενες δικαστικές αποφάσεις ο δήμος συνέστησε με τη με αριθμό .../2017 απόφαση του δημοτικού συμβουλίου του, προσωποπαγείς θέσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και κατέταξε με τις με αριθμό …../26.09.2017 και ……./26.10.2017 πράξεις του Γενικού Γραμματέα του, τους εφεσίβλητους με καθήκοντα αντίστοιχα με αυτά που ασκούσαν δυνάμει των αρχικών τους συμβάσεων σε αυτούς οφείλεται μισθοδοσία από τότε που ανέλαβαν υπηρεσία και δεν οφείλονται μισθοί υπερημερίας. Αντίθετη ερμηνεία θα παραβίαζε την αρχή της εργασιακής ισότητας καθώς οι εργαζόμενοι που απασχολούνται με άκυρη για οποιοδήποτε λόγω και άρα απλή σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, δεν δικαιούνται να ζητήσουν μισθούς υπερημερίας κατά τα προαναφερόμενα στη νομική σκέψη της παρούσας, αλλά μόνο επιδόματα εορτών για διάστημα που απασχολήθηκαν και αποζημίωση απόλυσης, και από καμία διάταξη νόμου δεν προκύπτει ότι βούληση του νομοθέτη που εναρμονίστηκε με τη με αριθμό 1999/70/ΕΚ οδηγία του συμβουλίου της 28.6.1999 με τα πδ 81/2003 (για τον ιδιωτικό τομέα) και το πδ 164/2004 ήταν να δώσει σε αυτή την κατηγορία εργαζόμενων μισθούς υπερημερίας, όταν το αποκλείει σε άλλες περιπτώσεις και αναγνωρίζει σε αυτές μόνο αποζημίωση απόλυσης. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ότι το παραπάνω αγωγικό αίτημα έχει έρεισμα στο νόμο εσφαλμένα ερμήνευσε το νόμο και συνεπώς κατά παραδοχή του σχετικού πρώτου λόγου εφέσεως θα πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση (και ως προς την περί δικαστικών εξόδων διάταξή της, αφού μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως τα δικαστικά έξοδα θα επιδικαστούν ενιαίως για αμφοτέρους τους βαθμούς δικαιοδοσίας – ΑΠ 192/1998, ΕφΑθ 407/2018, ΕφΠατρ 279/2018, ΕφΠειρ 326/2016, ΕφΠειρ 101/2016 δημοσιευμένες στη ΝΟΜΟΣ), να κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο που δικάζοντας επί της από 29.11.2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ……../2019 αγωγής να την απορρίψει ως μη νόμιμη κατά την κύρια βάση της. Να σημειωθεί ότι το παρόν δικαστήριο δε δύναται να χωρίς έφεση των εφεσιβλήτων να εξετάσει τις επικουρικές βάσεις της αγωγής (ΑΠ 894/2020 δημ. νόμος). Επομένως παρέλκει η εξέταση του δεύτερου λόγω εφέσεως με τον οποίο υποβάλλεται παράπονο για το εν μέρει εκτελεστό της απόφασης χωρίς ειδική αιτιολογία και ο οποίος σε κάθε περίπτωση προβάλλεται αλυσιτελώς αφενός διότι δεν μπορεί να οδηγήσει, ακόμα κι αν είναι βάσιμος, σε εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης (βλ. Σ. Σαμουήλ «Η έφεση» έκδ. 2003, παρ. 542 αρ. 6 σελ. 222) αφετέρου διότι ουσιώδες μέρος της απόφασης είναι το διατακτικό της και όχι οι αιτιολογίες, γι` αυτό αν το διατακτικό είναι ορθό οι δε αιτιολογίες εσφαλμένες ή ανύπαρκτες, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δικαιούται στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως, να προβεί οίκοθεν, σύμφωνα με το άρθρο 534 ΚΠολΔ, σε αντικατάσταση των αιτιολογιών της απόφασης, αν είναι εσφαλμένες και απορρίπτει την έφεση (ΑΠ 922/1996 ΕλΔνη 38.830, Σαμουήλ, Η Εφεση, 2003, παρ.1136). Ακολούθως των ανωτέρω αφού γίνει δεκτή στην ουσία της η κρινόμενη έφεση θα πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων μερών τα δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας αφού κατ’εκτίμηση των περιστάσεων υπήρχε εύλογη αμφιβολία ως προς την έκβαση της δίκης (άρθρο 179 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά το άρθρο 65 παρ. 1 του ν. 4871/2021 φεκ α 246/10.12.2021)