ΔΕΔ/Αθ/381/2024
Τύπος: Έγγραφα
Το Ελεγκτικό Συνέδριο εξέδωσε απόφαση με αριθμό 381/2024, με την οποία απορρίπτει την ενδικοφανή προσφυγή δύο προσφευγόντων κατά τριών οριστικών πράξεων διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος για τα φορολογικά έτη 2017, 2018 και 2019. Οι προσφεύγοντες ισχυρίζονταν ότι οι τραπεζικές πιστώσεις που θεωρήθηκαν ως αφανή εισοδήματα προέρχονταν από ναυτιλιακά μερίσματα, ωστόσο δεν προσκόμισαν τα απαιτούμενα δικαιολογητικά βάσει της ΠΟΛ 1106/2014. Το Συνέδριο επικύρωσε τις οριστικές πράξεις του Κ.Ε.ΦΟ.ΜΕ.Π., θεωρώντας ότι οι διαπιστώσεις του ελέγχου ήταν βάσιμες και πλήρως αιτιολογημένες, επιβάλλοντας στους προσφεύγοντες σημαντικές φορολογικές υποχρεώσεις για κάθε έτος.
Ιστορικό Αναθεωρήσεων (Πιλοτική Εφαρμογή)
Σχετικά Έγγραφα
ΔΕΔ/Αθ/236/2025
Η απόφαση 236/10-02-2025 του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών αφορά την απόρριψη ενδικοφανούς προσφυγής ως απαράδεκτης. Οι προσφεύγοντες αμφισβητούσαν τις οριστικές πράξεις διορθωτικού προσδιορισμού εισοδήματος του Κ.Ε.ΦΟ.ΜΕ.Π. για τα φορολογικά έτη 2018 και 2019, οι οποίες επέβαλαν κύριο φόρο, πρόστιμα και ειδική εισφορά αλληλεγγύης (συνολικά ποσά €117.932,98 και €77.608,15 αντίστοιχα). Οι βασικοί ισχυρισμοί αφορούσαν την παράνομη επιβολή εισφοράς σε μη εισαχθέντα μερίσματα πλοιοκτητριών εταιρειών και την μη αφαίρεση ποσών που χρησιμοποιήθηκαν για την εξόφληση εταιρικών υποχρεώσεων. Η Δ.Ε.Δ. απέρριψε την προσφυγή, καθώς διαπίστωσε ότι οι προσφεύγοντες είχαν ήδη υποβάλει προγενέστερα πανομοιότυπη προσφυγή για τον ίδιο λόγο, η οποία είχε γίνει μερικώς δεκτή, καθιστώντας έτσι τη δεύτερη προσφυγή απαράδεκτη βάσει του άρθρου 24 του ν.4274/14.07.2014.
Δ.ΠΡΩΤ.ΑΘ/15755/2019
Φορολογία εισοδήματος..Επειδή, το δικαίωμα του Δημοσίου για την έκδοση και κοινοποίηση των επίδικων πράξεων, οικονομικών ετών 2002 έως 2006, έχει υποπέσει στην προβλεπόμενη από το άρθρο 84 του ΚΦΕ (γενική) πενταετή παραγραφή, η οποία άρχισε στις 31.12.2002, 31.12.2003, 31.12.2004, 31.12.2005 και 31.12.2006 και συμπληρώθηκε στις 31.12.2007, 31.12.2008, 31.12.2009, 31.12. 2010 κ α ι 31.12.2011 αντιστοίχως, δοθέντος ότι : α. εν προκειμένω, δεν τυγχάνει εφαρμογής η δεκαπενταετής παραγραφή που επικαλείται η φορολογική αρχή. Και τούτο, διότι προϋπόθεση εφαρμογής της εν λόγω παραγραφής αποτελεί η μη υποβολή, παρά την ύπαρξη σχετικής υποχρέωσης, φορολογικής δηλώσεως, ενώ στην προκειμένη περίπτωση, ακόμη και αν ήθελε υποτεθεί ότι μεταξύ των προσφευγόντων συστήθηκε πράγματι αφανής εταιρεία, η εταιρεία αυτή δεν είχε υποχρέωση, σύμφωνα με όσα έγιναν ερμηνευτικά ανωτέρω, για την υποβολή Φορολογικής δηλώσεως. Β οι διατάξεις των άρθρων 11 ν. 3513/2006, 29 ν. 3697/2008, 10 ν. 3790/2009, 82 ν. 3842/2010, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 92 παρ. 3 περ. β του ν. 3862/2010, 18 παρ. 2 τ ου ν. 4002/2011 και δεύτερου παρ. 1 ν. 4098/2012, 22 ν. 4203/2013, 87 ν. 4316/2014 και 22 ν. 4337/2015, με τις οποίες παρατάθηκε διαδοχικά ο χρόνος παραγραφής φορολογικών αξιώσεων του Δημοσίου αναγόμενων σε χρήσεις προγενέστερες του προηγούμενου της δημοσιεύσεως των εν λόγω νόμων ημερολογιακού έτους, όπως είναι οι ένδικες, πέραν του ότι δεν τυγχάνουν εφαρμογής επί επιβολής κυρώσεων, επιπροσθέτως είναι ανίσχυρες και μη εφαρμοστέες, ως αντιβαίνουσες, σύμφωνα με τα ήδη εκτεθέντα στο άρθρο 78 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, γ. εν προκειμένω, δεν τυγχάνει εφαρμογής η δεκαετής παραγραφή. Κ α ι τούτο διότι τα στοιχεία στα οποία βασίσθηκε η φορολογική αρχή, και δη οι δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος, στις οποίες, ανεξάρτητα από τον κωδικό στον οποίο δηλώθηκαν, συμπεριελήφθησαν, πάντως, τα τιμήματα από τις μεταβιβάσεις των ακινήτων που θεωρήθηκαν από τη φορολογική αρχή ως άσκηση εμπορικής δραστηριότητας, δεν αποτελούν συμπληρωματικά στοιχεία κατά την έννοια του άρθρου 68 παρ. 2 περ. α του ΚΦΕ ικανά να δικαιολογήσουν την επιμήκυνση της κατ άρθρο 84 παρ. 1 του ΚΦΕ πενταετούς προθεσμίας παραγραφής, διότι οι δηλώσεις αυτές, είχαν περιέλθει σε γνώση της φορολογικής αρχής, εντός της ως άνω πενταετούς προθεσμίας. (...)Επειδή, κατ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση προσφυγή και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη πράξη με την οποία απερρίφθη η κατά των καταλογιστικών πράξεων ασκηθείσα ενδικοφανής προσφυγή. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί η απόδοση του καταβληθέντος παραβόλου στους προσφεύγοντες (άρθρο 277 παρ. 9 Κ.Δ.Δ.), ενώ, κατ εκτίμηση των περιστάσεων, πρέπει να μην καταλογισθούν δικαστικά έξοδα σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου (άρθρο 275 παρ. 1 Κ.Δ.Δ).