×
register
Συνδρομητική Υπηρεσία. Για να έχετε πλήρη πρόσβαση στο mydocman.gr πρέπει να συνδεθείτε: Είσοδος

Δ.ΕΦ.Π/Α395/2024

Τύπος: ΔΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ

ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ: 3316/2005/Α.30, 166/2003/Α.4

ΜΕΛΕΤΕΣ-ΤΟΚΟΙ ΥΠΕΡΗΜΕΡΙΑΣ: οι ενάγοντες επιδιώκουν να υποχρεωθεί ο εναγόμενος Δήμος να καταβάλλει στον πρώτο από αυτούς το ποσό των 6.011,60 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α. 1.382,67 ευρώ (19%), ήτοι συνολικά 7.394,27 ευρώ και στον δεύτερο το ποσό των 6.610,50 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α. 1.520,41 ευρώ (23%), ήτοι συνολικά 8.130,91 ευρώ, ως συμβατική αμοιβή για την εκτέλεση της πρώτης και της δεύτερης ενότητας, αντιστοίχως, της από 7.12.2010 σύμβασης που καταρτίσθηκε με τον Δήμο Ζακυνθίων και είχε ως αντικείμενο την εκπόνηση της μελέτης «Προμελέτη Χωροθέτησης Τουριστικού Αγκυροβολίου Τ.Δ. Βασιλικού»(...)Τα ανωτέρω ποσά οι ενάγοντες ζητούν να τους καταβληθούν με τον νόμιμο τόκο υπερημερίας του άρθρου 4 του π.δ/τος 166/2003, από την επομένη της ημέρας αυτά κατέστησαν απαιτητά κατά τις διατάξεις του νομοθετήματος αυτού, άλλως από την επομένη της επίδοσης στο εναγόμενη της με αριθ. 7/2016 Διαταγής Πληρωμής της Ειρηνοδίκη Ζακύνθου, άλλως από την επίδοση της παρούσας αγωγής τους και έως την εξόφληση.(...)Εξάλλου, ο ισχυρισμός του εναγομένου, ότι δεν υποχρεούται στην καταβολή των ένδικων αμοιβών, διότι η επίμαχη μελέτη είχε ενταχθεί και ήταν επιδοτούμενη από το αναπτυξιακό πρόγραμμα Τοπικής Αυτοδιοίκησης ‘'ΘΗΣΕΑΣ’', πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι ο Δήμος Ζακύνθου, ως καθολικός διάδοχος του ήδη καταργηθέντος Δήμου Ζακυνθίων, με τον οποίο υπογράφηκε η ένδικη σύμβαση και για λογαριασμό του οποίου εκπονήθηκε η οικεία μελέτη, είναι υπόχρεος για την ικανοποίηση των σχετικών αξιώσεων των εναγόντων κατ΄ άρθρο 72 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας.Επειδή, περαιτέρω, ως προς την τοκοφορία των ένδικων απαιτήσεων, κατά την άποψη που επικράτησε στο Δικαστήριο, από τον συνδυασμό των διατάξεων που εκτέθηκαν στις 5η και 6η σκέψεις της παρούσας, συνάγεται ότι δεν γεννάται υποχρέωση του οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης για λογαριασμό του οποίου εκπονήθηκε η ένδικη μελέτη προς καταβολή τόκων υπερημερίας, όταν ο λογαριασμός δεν συνοδεύεται από όλα τα κατά τις κείμενες διατάξεις προβλεπόμενα έγγραφα και στοιχεία, όπως σχετικό τιμολόγιο, βεβαίωση φορολογικής ενημερότητας του αναδόχου, βεβαίωση περί καταβολής των οφειλόμενων από τον ανάδοχο ασφαλιστικών εισφορών κλπ, δεδομένου ότι στην περίπτωση αυτή δεν υφίσταται υπαιτιότητα του κυρίου του έργου από τη μη πληρωμή του εν λόγω λογαριασμού για όλο το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο διαρκεί η παράλειψη του αναδόχου να υποβάλει τα κατά τα ανωτέρω δικαιολογητικά. Στην προκειμένη περίπτωση, οι ενάγοντες, παρότι φέρουν το σχετικό βάρος απόδειξης, δεν απέδειξαν ότι προσκόμισαν τα απαιτούμενα δικαιολογητικά (αποδεικτικό φορολογικής ενημερότητας, αποδεικτικό ασφαλιστικής ενημερότητας, τιμολόγιο κλπ) που συνιστούν νόμιμη υποχρέωση για την εκκαθάριση και την πληρωμή της απαίτησής του. Ενόψει τούτου, το Δικαστήριο, κατά πλειοψηφία, κρίνει ότι δεν αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος Δήμος κατέστη υπερήμερος από υπαιτιότητά του, με αποτέλεσμα να μην οφείλει τόκους υπερημερίας επί της ένδικης οφειλής καθ’ όλο το χρονικό διάστημα που διαρκεί η παράλειψη των εναγόντων να υποβάλουν τα απαιτούμενα δικαιολογητικά για την πληρωμή της. Κατόπιν τούτου, το αίτημα των εναγόντων για καταβολή των ανωτέρω ποσών νομιμοτόκως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο. ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Δέχεται εν μέρει την αγωγή.


ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΡΕΧΟΝΤΟΣ ΕΓΓΡΑΦΟΥ : 1Η ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Ιστορικό Αναθεωρήσεων (Πιλοτική Εφαρμογή)

Σχετικά Έγγραφα

Μ.Π.ΒΟΛΟΥ/8/2024

ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΟΙ ΠΑΡΑΛΛΗΛΗ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ ΣΤΟΝ ΙΔΙΟ ΕΡΓΟΔΟΤΗ.(...)Ενόψει δε του ότι η συνταξιοδότηση των εναγόντων δεν συνεπάγεται την αυτοδίκαιη μετάπτωση στον μισθό του πρωτοδιοριζόμενου υπαλλήλου, σύμφωνα με τα προειρημένα στην υπό στοιχ. II μείζονα σκέψη της παρούσας, δοθέντος ότι αυτοί εξακολουθούν να εργάζονται στον ίδιο εργοδότη, στην ίδια θέση και με τα ίδια καθήκοντα και μετά τη συνταξιοδότησή τους, η υπαγωγή τους από την εναγόμενη στο 1ο μισθολογικό κλιμάκιο ήταν μη νόμιμη και, επομένως, η τελευταία οφείλει σε αυτούς την προκύπτουσα μισθολογική διαφορά για τους μήνες Μάρτιο, Απρίλιο, Μάιο και Ιούνιο 2023,

Περαιτέρω, ενόψει της μη αποδοχής της εργασίας των εναγόντων από πλευράς της εναγομένης από την ημέρα απόλυσής τους (1η.7.2023) έως τον χρόνο συζήτησης της αγωγής (12.1.2024), η τελευταία, όσον αφορά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, κατέστη υπερήμερη και, ως εκ τούτου, εφόσον ως προς τους ενάγοντες δεν αποδείχθηκε, ούτε η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι μεσολάβησε γεγονός διακοπτικό της υπερημερίας της, η τελευταία υποχρεούται να τους απασχολεί, υπό τα ίδια καθήκοντα και αρμοδιότητες, όπως και πριν την από 1.7.2023 καταγγελία της σύμβασης εργασίας εκάστου εξ αυτών και οφείλει σε αυτούς μισθούς υπερημερίας και γ) στον τρίτο εξ αυτών συνολικό το ποσό των...ευρώ ].



ΝΣΚ/27/2012

Ενέργειες της Διοίκησης μετά την έκδοση αμετάκλητης δικαστικής απόφασης επί αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας κατά του Ελληνικού Δημοσίου, η οποία αναγνωρίζει τους ενάγοντες συγκύριους κατά ποσοστά εξ αδιαιρέτου επί του 1/2 ενός ακινήτου.(..)Κατάσταση : Αποδεκτή 
Με βάση το διδόμενο ιστορικό, η αμετάκλητη αναγνωριστική απόφαση, με την οποία αναγνωρίζονται οι ενάγοντες συγκύριοι κατά ποσοστά εξ αδιαιρέτου επί του 1/2 του κοινού ακινήτου, ενόψει της φύσεώς της, είναι δεσμευτική για το εναγόμενο Δημόσιο μόνο ως προς την αναγνώριση των ποσοστών συγκυριότητας των εναγόντων και ως εκ τούτου το αίτημα αυτών για απόδοση των ποσοστών τους δεν είναι δυνατόν να ικανοποιηθεί, διότι προϋποθέτει καταψηφιστική απόφαση, με την καταβολή του αναλογούντος δικαστικού ενσήμου, επιπροσθέτως δε και λύση της μεταξύ τους κοινωνίας του δικαιώματος κυριότητας επί του κοινού ακινήτου, με διανομή. (ομοφ.)


Δ.ΕΦ.ΑΘ/2706/2020

Παροχή υπηρεσιών φύλαξης.... Επειδή, με τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη του ότι: 1) η άρνηση θεώρησης του σχετικώς εκδοθέντος χρηματικού εντάλματος πληρωμής από το Ελεγκτικό Συνέδριο δεν συνιστά νόμιμο λόγο μη εξόφλησης της ένδικης οφειλής, αφού, σύμφωνα με όσα έγιναν ανωτέρω δεκτά στην τρίτη και τέταρτη σκέψη της παρούσας, ο εν λόγω προληπτικός έλεγχος του Ελεγκτικού Συνεδρίου δεν υποκαθιστά τον προκείμενο δικαστικό έλεγχο, 2) ο εναγόμενος Οργανισμός δεν προβάλλει ένσταση ακυρότητας της επίμαχης σύμβασης παρά μόνο παράβαση των συγκεκριμένων συμβατικών όρων, χωρίς όμως να προβάλλει ότι επηρεάστηκε εξαιτίας αυτών και η καταλληλότητα των παρασχεθεισών υπηρεσιών φύλαξης, για τις παραβάσεις δε αυτές δεν προβλέπεται η μη εξόφληση της αναδόχου παρά μόνο η καταγγελία της σύμβασης και η κήρυξη αυτής ως έκπτωτης καθώς και η επιβολή των προβλεπομένων εκ των διατάξεων του άρθρου 203 ν.4412/2016 κυρώσεων, κατά το στάδιο εκτέλεσης της σύμβασης και όχι μετά την υλοποίηση της και την παραλαβή ήδη των σχετικών υπηρεσιών, γεγονός άλλωστε που δεν έλαβε χώρα εν προκειμένω, και 3) ότι ο εναγόμενος Οργανισμός ουδέποτε αμφισβήτησε την οικονομική προσφορά της ενάγουσας, σε προγενέστερο της υπογραφής της ένδικης σύμβασης στάδιο όπως δικαιούτο, ούτε άλλωστε κάλεσε την ενάγουσα, κατ΄ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 88 του ν. 4412/2016, για την παροχή διευκρινήσεων ως προς το ύψος αυτής και τα δηλωθέντα περί χαμηλού κόστους ακόμη και κατά το χρονικό διάστημα που επακολούθησε της απόρριψης θεώρησης του σχετικού εντάλματος από το Ε.Σ έως τη λήξη του συμβατικού χρόνου αποδεχόμενος τη νομιμότητα αυτής στο σύνολό της και 4) ότι η ενάγουσα εκτέλεσε έστω και κατά παράβαση, όπως προεκτέθηκε, των συμβατικών της υποχρεώσεων, καθόλη τη διάρκεια της ένδικης σύμβασης τις παρασχεθείσες υπηρεσίες φύλαξης, τις οποίες και παρέλαβε ο εναγόμενος Οργανισμός, κρίνει ότι, μη νομίμως αυτός (εναγόμενος) και κατά παράβαση των σχετικών συμβατικών υποχρεώσεών του αρνείται να καταβάλει στην ενάγουσα την αξία των εν λόγω υπηρεσιών, συνολικού ποσού 122.254,56 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου φ.π.α, το ύψος εξάλλου των οποίων δεν αμφισβητείται ειδικώς, κατά τα βασίμως προβαλλόμενα με την κρινόμενη αγωγή. Το ποσό δε αυτό πρέπει να αναγνωριστεί ότι οφείλει να το καταβάλλει ο εναγόμενος Οργανισμός νομιμοτόκως, ανεξαρτήτως της υπαιτιότητας ή μη αυτού, με τους νόμιμους τόκους υπερημερίας, που προβλέπονται από τις διατάξεις της παραγράφου Ζ΄ του ν.4152/2013 (φεκ Α 107), που ισχύουν εν προκειμένω, λόγω του χρόνου κατάρτισης της σύμβασης, ήτοι διατάξεις με τις οποίες ρυθμίζεται το ζήτημα της έντοκης καταβολής στις περιπτώσεις καθυστερήσεων πληρωμών στις συναλλαγές μεταξύ επιχειρήσεων και ν.π.δ.δ, όπως εν προκειμένω, δεδομένου ότι η ανωτέρω σύμβαση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων, χωρίς να απαιτείται ρητή σχετική πρόβλεψη στη σύμβαση αυτή, στην οποία, εξάλλου (όπως και στα σχετικά με την κατάρτιση αυτής έγγραφα που προσκομίστηκαν), δεν έχουν περιληφθεί συναφείς με το ζήτημα αυτό όροι ούτε, άλλωστε, ο εναγόμενος Οργανισμός επικαλείται την ύπαρξη τέτοιων όρων (ΣτΕ 3446/2013, 5112/2012, A.Π. 766/2014 κ.ά.). Όμως, το αίτημα έναρξης της τοκογονίας σε προγενέστερο της άσκησης της ένδικης αγωγής χρόνο και κατά τα ειδικότερα, οριζόμενα στην 1η σκέψη της παρούσας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο. Και τούτο διότι, από την προαναφερόμενη σύμβαση μεταξύ της ενάγουσας και του ως άνω ν.π.δ.δ δεν προκύπτει ότι συμφωνήθηκε συγκεκριμένη ημερομηνία πληρωμής της αμοιβής της ώστε να οφείλεται τόκος υπερημερίας από την ημερομηνία που ακολουθεί αυτή (ημερομηνία πληρωμής) παρά μόνο η πληρωμή με την έκδοση χρηματικού εντάλματος, μετά την ποιοτική παραλαβή της υπηρεσίας τμηματικά ανά μήνα, βάσει νομίμων δικαιολογητικών, ήτοι στοιχεία που δεν προκύπτουν εν προκειμένω ώστε να χωρήσει η έντοκη καταβολή της αμοιβής της από την πάροδο 30 ημερών από την 5η ημέρα που ακολουθεί το μήνα της έκδοσης του σχετικού τιμολογίου, όπως αβασίμως προβάλλεται με την ένδικη αγωγή . 


ΑΕΠΠ/1406/2020

Οι ενάγοντες, με την προδικαστική προσφυγή, ζητούν να κριθεί απαράδεκτη η αγωγή που τους ασκήθηκε από την εναγομένη, καθώς η σύμβαση μεταξύ τους έχει λήξει και δεν υπάρχει πλέον νομικό ενδιαφέρον για τη διεκδίκηση των ποσών που απαιτούνται. Επιπλέον, ασκούν αγωγή για την καταβολή του ποσού των 5.000 ευρώ, το οποίο απομένει από τη σύμβαση μεταξύ τους, και για αποζημίωση λόγω καθυστερημένης εκτέλεσης της σύμβασης. Το αντικείμενο της σύμβασης αφορούσε την παροχή υπηρεσιών συμβούλων της εταιρείας στους ενάγοντες, οι οποίοι ισχυρίζονται ότι η εναγομένη δεν εκτέλεσε τις υποχρεώσεις της σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης.


ΝΣΚ/176/2016

Συμβασιούχοι – Καταβολή μισθών υπερημερίας – Συμμόρφωση του Δημοσίου προς το διατακτικό δικαστικών αποφάσεων.(..)Κατάσταση : Εκκρεμεί αποδοχή 
α) Έχει καλυφθεί η υποχρέωση συμμόρφωσης του Ελληνικού Δημοσίου προς το περιεχόμενο της υπ’ αριθ. 243/2009 απόφασης του Εφετείου Κέρκυρας, με την οποία υποχρεώθηκε να καταβάλει χρηματικά ποσά στους ενάγοντες, ως μισθούς υπερημερίας, για το χρονικό διάστημα μέχρι τις 11 Μαΐου 2006, διότι είχε απασχολήσει, μέχρι την ημερομηνία αυτή, τους ενδιαφερόμενους, κατόπιν σχετικών αποφάσεων ασφαλιστικών μέτρων, καταβάλλοντας τις προβλεπόμενες αποδοχές. β) Με βάση τις οικείες μισθολογικές καταστάσεις, οφείλει η υπηρεσία να προβεί σε ακριβή υπολογισμό των ποσών, τα οποία ήδη έχουν καταβληθεί στους ενδιαφερομένους, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα και εφόσον διαπιστώσει αποκλίσεις ως προς τα επιδικασθέντα τελικώς, οφείλει αναλόγως, είτε να καλύψει τυχόν διαφορές υπέρ των αντιδίκων, είτε να αναζητήσει ποσά τα οποία δεν αντιστοιχούν τυχόν σε έκτακτες παροχές (ομοφ.).


ΜΟΝ.ΕΦ.ΠΕΙΡ/20/2019

Καταβολή αποδοχών - νόμιμος τόκος υπερημερίας...:Όπως προκύπτει από το κείμενο της εκκαλούμενης απόφασης, τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό της, αναγνωρίζεται ότι το εναγόμενο υποχρεούται να καταβάλει στους ενάγοντες, των οποίων έγινε δεκτή η  αγωγή, τα αναφερόμενα ποσά, με το νόμιμο τόκο από την επίδοσή της. Ωστόσο, κατά την ως άνω διάταξη του ν. 496/1974, που είναι ανάλογη  προς το άρθρο 21 του δευτέρου κεφαλαίου του κώδικα νόμων περί  δικών του Δημοσίου (β.δ. της 26-6/10.7.1944), ορίζεται ότι ο νόμιμος και ο τόκος υπερημερίας κάθε οφειλής του νομικού προσώπου ανέρχεται σε 6% ετησίως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά με σύμβαση ή ειδικό νόμο και αρχίζει από την επίδοση της αγωγής. Τούτο επιβάλλεται από λόγους γενικότερου συμφέροντος, όπως στην περίπτωση των νομικών προσώπων δημόσιου δικαίου, στην περιουσία και την οικονομική κατάσταση των οποίων  συμβάλλει το σύνολο των πολιτών, με την καταβολή φόρων, συμφέρον το οποίο, πρωτίστως, εξυπηρετεί και η διάταξη του άρθρου 7 §2 του ν.δ. 496/1974 “περί λογιστικού των ΝΠΔΔ”. Η ρύθμιση αυτή, με την οποία, επί υπερημερίας, αναγνωρίζεται στα ΝΠΔΔ το δικαίωμα να καταβάλλουν, με την ιδιότητα του οφειλέτη, ποσοστό τόκου 6% ετησίως, ήτοι μικρότερο εκείνου που έχουν υποχρέωση να καταβάλλουν οι ιδιώτες ως οφειλέτες, εισάγει επιτρεπτή εξαίρεση υπέρ των ΝΠΔΔ, που δε βρίσκεται σε αντίθεση ούτε  προς τις διατάξεις των άρθρων 20 §1 του Συντάγματος και 6 §1 της    Διεθνούς Σύμβασης της Ρώμης της 4.11.1950 (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με  το ν.δ. 53/1974 και έχει την αυξημένη τυπική ισχύ του άρθρου 28 §1  του Συντάγματος, ούτε προς αυτές του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που προστατεύει την περιουσία παντός προσώπου (Α.Π. 992/2017 Τ.Ν.Π. «Νόμος»). Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που έκρινε ότι δεν πρέπει να εφαρμοστεί η πιο πάνω ουσιαστική διάταξη και επιδίκασε τα χρηματικά ποσά, που δέχθηκε ως οφειλόμενα, με το νόμιμο τόκο, αορίστως, ήτοι με το συνήθη τόκο υπερημερίας και όχι προς 6%, εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος ο λόγος αυτός της έφεσης. Κατόπιν τούτων, πρέπει να αναγνωρισθεί ότι το εκκαλούν – εναγόμενο υποχρεούται να καταβάλει σε καθένα από τους εφεσίβλητους – ενάγοντες τα χρηματικά ποσά, που τους επιδικάστηκαν με  την εκκαλουμένη, με τόκο 6% από την επίδοση της αγωγής.


Μον.Εφ.Αθ/1816/2021

ΟΤΑ-Έξοδα Κίνησης:(....)Ότι από τις 19-1-1984 είναι δικηγόρος στον Άρειο Πάγο και από την 30η Ιουνίου 1983 διορίστηκε στον εναγόμενο και ήδη εκκαλούντα Δήμο, σε κενή οργανική θέση, ως δικηγόρος, συνδεόμενος με αυτόν με έμμισθη εντολή παροχής νομικών υπηρεσιών, αμειβόμενος με πάγια αντιμισθία. Ότι από την ημερομηνία προσλήψεώς του στον εναγόμενο Δήμο παρείχε τις υπηρεσίες του συνεχώς και αδιαλείπτως . Ότι μέχρι την έκδοση του ν. 4024/2011 λάμβανε κάθε μήνα κατ’ αποκοπή έξοδα κίνησης ύψους 365 ευρώ, ενώ από 1-11-2011 ο εναγόμενος Δήμος επικαλούμενος τη διάταξη του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 30 του Ν. 4024/2011 περιέκοψε παρανόμως το ανωτέρω ποσό που του καταβάλλονταν μηνιαίως ως έξοδα κίνησης. Ζητούσε δε, α) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος Δήμος να του καταβάλει για την ανωτέρω αιτία, σύμφωνα με τις διατάξεις περί εντολής, άλλως κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξίας και με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού , το συνολικό ποσό των 23.360 ευρώ για τα έξοδα κίνησης που αντιστοιχούν στο χρονικό διάστημα από 1-1-2014 μέχρι και 30-4- 2019 (365 ευρώ X 64 μήνες)(....)Εξάλλου τα έξοδα κίνησης καταβάλλονται στους ανωτέρω σύμφωνα με την υπ' αριθ. 9508/0022/2008 (ΦΕΚ Β 2684/2008) με την οποία τροποποιήθηκε η 2/50025/0022/3.10.2006 ΚΥΑ των Υφυπουργών Οικονομίας και Οικονομικών Εσωτερικών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης. Επομένως τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 32 παρ 1 εδ 3 ν.4024/2011, όπως συμβαίνει και με το επίδομα μεταπτυχιακών σπουδών, σύμφωνα και με όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας.(....)ΔΙΚΑΖΕΙ κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων την από 15-11-2019 έφεση του εναγομένου Δήμου. ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ’ ουσίαν την ως άνω έφεση. ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκκαλούμενη υπ’ αριθμ. 1667/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (διαφορές από αμοιβές). ΔΙΑΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση και δικάζει επί της από 26-3-2019 αγωγής. ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την ως άνω αγωγή. ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τον εναγόμενο Δήμο να καταβάλει στον ενάγοντα για το χρονικό διάστημα από 1-1-2014 έως 30-4-2019 το ποσό των δεκαοκτώ χιλιάδων εννιακοσίων δώδεκα ( 18.912) ευρώ με το νόμιμο τόκο 6% από την επίδοση της αγωγής και έως την εξόφληση. ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι ο εναγόμενος Δήμος οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα για το χρονικό διάστημα από 1-5-2019 μέχρι 13-5-2019, το ποσό των εκατόν πενήντα τριών ευρώ και εξήντα έξι λεπτών (153,66 ευρώ) .


ΑΕΠΠ/220/2018

Με την προδικαστική προσφυγή, οι ενάγοντες αιτούνται την επέκταση της σύμβασης που τους συνδέει με την εταιρεία, καθώς αυτή λήγει σύντομα. Επιπλέον, ζητούν την αναγνώριση ορισμένων οικονομικών δικαιωμάτων που προκύπτουν από τη σύμβαση, όπως αποζημιώσεις για υπερωρίες και επιπλέον εργασιακές υποχρεώσεις που αναλήφθηκαν κατά τη διάρκεια της συνεργασίας. Το αντικείμενο της σύμβασης αφορά την παροχή υπηρεσιών συγκεκριμένου τεχνικού χαρακτήρα, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν από τους ενάγοντες υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις και όρους που τώρα θέλουν να επανεξεταστούν ή να επεκταθούν.


ΕΣ/ΚΛΙΜΑΚΙΟ Ε/62/2025

Η Πράξη 62/2025 του Ε΄ Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου αφορά τον προληπτικό έλεγχο νομιμότητας της διαδικασίας ανάδειξης αναδόχου και του σχεδίου σύμβασης για το έργο του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών, με τίτλο «Κατεπείγοντα έργα αποκατάστασης βλαβών των υποδομών συνεπεία των έντονων καιρικών φαινομένων "Daniel" και "Elias"». Το έργο προϋπολογίζεται στα 137 εκατ. ευρώ. Το Κλιμάκιο αποφάσισε να αναβάλει την έκδοση οριστικής πράξης, διατάσσοντας τη συμπλήρωση του φακέλου. Τα απαραίτητα στοιχεία περιλαμβάνουν τα Τεχνικά Δελτία Υποέργων, έγγραφες διευκρινίσεις για την τεκμηρίωση της προϋπολογιζόμενης δαπάνης και τους λόγους μη υποδιαίρεσης του αντικειμένου της σύμβασης σε τμήματα. Επίσης, ζητήθηκε η απόφαση της ΕΑΔΗΣΥ επί της προδικαστικής προσφυγής και βεβαίωση για τη μη άσκηση ένδικων μέσων κατ' αυτής, καθώς και επικαιροποιημένη βεβαίωση για το σύνολο των ένδικων βοηθημάτων.


ΑΕΠΠ/752/2018

Στην προδικαστική προσφυγή τους, οι ενάγοντες αίτουνται την αναγνώριση της αποδεδειγμένης, έννομης και αποτελεσματικής διενέργειας της δημοπράτησης 3/2017, καθώς και την ακύρωση της σύμβασης προμηθειών που προέκυψε από την άρνηση υπογραφής της σύμβασης με τη διακοπή της δικονομικής προκοπής των διαδικασιών. Το αντικείμενο της σύμβασης αφορά την προμήθεια ειδών υγιεινής, καθαριότητας, χαρτιού και σακούλων βιολογικής αποσύνθεσης για τη φροντίδα νοσηλευόμενων ατόμων, την κάλυψη λειτουργικών αναγκών των νοσηλευτικών ιδρυμάτων, καθώς και την παροχή αντίστοιχων υπηρεσιών. Οι ενάγοντες επιζητούν τη διαπίστωση της παραβίασης των κανόνων δημοσίων συμβάσεων και της αρχής της διαφάνειας, καθώς και την επανάληψη της διαδικασίας με τρόπο που να εγγυάται τη νομιμότητα και τη δικαιοσύνη.