Ιστορικό Κωδικοποιήσεων
Σχετικά Έγγραφα
ΣτΕ/2275/2022
Έγκριση κανονισμού άρδευσης περιοχής αρμοδιότητας Δ.Ε.Υ.Α., από Δημοτικό Συμβούλιο (...) Όπως προκύπτει από τις ανωτέρω διατάξεις για τη χρήση ύδατος, στις οποίες περιλαμβάνεται η άρδευση, ή για έργο αξιοποίησης ύδατος απαιτείται η προηγούμενη άδεια του άρθρου 11 του ν. 3199/2003 και της κ.υ.α. 146896/2014. Η ως άνω υποχρέωση αδειοδότησης, στην οποία περιλαμβάνεται και η περιβαλλοντική αδειοδότηση, υπάρχει πριν από την έναρξη της χρήσης ή την εκτέλεση του έργου αξιοποίησης, ισχύει δε η υποχρέωση αυτή και για χρήση ή έργο αξιοποίησης ύδατος από δημοτικό φορέα, όπως οι δημοτικές επιχειρήσεις ύδρευσης και αποχέτευσης. Πάντως, έστω και εάν η χρήση και η διαχείριση του δικτύου άρδευσης από τη … απαιτεί προηγούμενη αδειοδότηση κατά τα ανωτέρω διατάξεις, ο επίμαχος Κανονισμός Άρδευσης, ο οποίος ρυθμίζει γενικά και αφηρημένα τις σχέσεις της … με τους καταναλωτές ύδατος για τη χρήση του δικτύου άρδευσης, δεν συνιστά αυτός καθ’ εαυτόν έναρξη χρήσης ή άδεια εκτέλεσης έργου, εφόσον δεν προβλέπει και δεν προσδιορίζει συγκεκριμένες θέσεις υδροληψίας και έργα αξιοποίησης ύδατος για άρδευση. Συνεπώς, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο λόγος ακυρώσεως, με το οποίο προβάλλεται ότι ο επίμαχος κανονισμός εγκρίθηκε κατά παράβαση των διατάξεων του ν. 3199/2003 και της κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσας Υ.Α. 146986/2014, εφόσον αφορά στη διαχείριση του αρδευτικού δικτύου συμπεριλαμβανομένων των σημείων υδροληψίας και των πηγών υδροδότησης αυτού και, συνεπώς, ο Δήμος … και η … όφειλαν να είχαν εξασφαλίσει τις προβλεπόμενες στη νομοθεσία άδειες χρήσης ύδατος. Για τον ίδιο λόγο ότι, δηλαδή, ο επίμαχος κανονισμός, με το συγκεκριμένο περιεχόμενο, δεν συνιστά άδεια για την εκτέλεση συγκεκριμένου έργου ή έργων ή σχέδιο ή πρόγραμμα έργων διαχείρισης υδάτων στην περιοχή, είναι απορριπτέος και ο λόγος ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι ο Κανονισμός Άρδευσης εγκρίθηκε κατά παράβαση των διατάξεων που διέπουν την περιβαλλοντική αδειοδότηση περιοχών ενταγμένων στο δίκτυο Natura 2000, διότι της έκδοσής του δεν προηγήθηκε δέουσα εκτίμηση και αξιολόγηση. Απορρίπτει την κρινόμενη αίτηση.
ΝΣΚ/188/2003
Αποκαταστατική νομοθεσία. Αρμοδιότητα Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας. Σώμα Ορκωτών Εκτιμητών. Νομαρχιακά Συμβούλια.(..)Κατάσταση : Αποδεκτή
Η εκτίμηση της αξίας των ακινήτων που παραχωρούνται κατ’ εφαρμογή της αποκαταστατικής νομοθεσίας δεν υπάγεται στην έννοια της ρύθμισης του άρθρου 22 παρ.2 του Ν 2753/1999. Για την εκτίμηση, δε, των ακινήτων αυτών θα πρέπει να υπάρξει ειδική νομοθετική ρύθμιση περί συστάσεως ειδικών συμβουλίων ή επιτροπών με σχετικές αρμοδιότητες. Μέχρι, όμως, να πληρωθεί με νομοθετική ρύθμιση το υπάρχον κενό νόμου σχετικά με τις εκτιμήσεις αυτές, δύνανται να συσταθούν συλλογικά όργανα, γνωμοδοτικού χαρακτήρα, στα οποία θα ανατεθεί, από το έχον την αποφασιστική αρμοδιότητα όργανο, η αρμοδιότητα της εκτίμησης των ανωτέρω ακινήτων. Από την άλλη, η διοίκηση δεν μπορεί να κρίνει με δύναμη δεδικασμένου για την αξία των τμημάτων που προσκυρώνονται, για την οποία θα κρίνουν τα αρμόδια τακτικά δικαστήρια και, συνεπώς, δεν μπορεί να εφαρμοσθεί άλλος (πλην του δια δικαστικής αποφάσεως) τρόπος υπολογισμού της αξίας των προσκυρουμένων ακινήτων, εκτός, φυσικά, από την περίπτωση του προ της πράξεως προσκυρώσεως διακανονισμού των, της προσκυρώσεως, δι’ ιδιωτικών συμφωνιών μεταξύ των ενδιαφερομένων, όπου θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι εφαρμοστέα είναι η διάταξη της παρ.2 του άρθρου 22 του Ν 2753/1999, αφού το Δημόσιο συμβάλλεται, στην περίπτωση αυτή, ως fiscus.
ΝΣΚ/3/2025
Στην περίπτωση καταβολής από το Δημόσιο, στο πλαίσιο αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, ποσών αποζημίωσης προς ιδιώτες, για εκτάσεις οι οποίες δεν εμπίπουν εντός των ορίων της απαλλοτρίωσης, λόγω απόκλισης μεταξύ του κτηματολογικού διαγράμματος της απόφασης κήρυξης και της έκθεσης κτηματογράφισης, που συντάχθηκε εν όψει της αναγνώρισης δικαιούχων της απαλλοτρίωσης, τίθενται τα ζητήματα: 1. Αν επιτρέπεται η εκ μέρους του Δημοσίου αμφισβήτηση του εμβαδού των απαλλοτριωθέντων τμημάτων των ακινήτων, όπως προκύπτουν στην δικαστική απόφαση αναγνώρισης δικαιούχων της αποζημίωσης, η οποία έκρινε με βάση την οικεία έκθεση κτηματογράφισης, βάσει της οποίας καταβλήθηκαν στους δικαιούχους ...(..)Κατάσταση : Αποδεκτή
α) Δεν επιτρέπεται η εκ μέρους του Δημοσίου αμφισβήτηση του εμβαδού απαλλοτριωμένων ακινήτων, για τα οποία καταβλήθηκαν αποζημιώσεις, στην περίπτωση ύπαρξης αμετάκλητης απόφασης αναγνώρισης των δικαιούχων της αποζημίωσης, η οποία ρητώς παραπέμπει στην έκθεση κτηματογράφισης και στα εμβαδά των απαλλοτριωμένων ιδιοκτησιών που αναφέρονται στην έκθεση αυτή και παράγει δεδικασμένο ως προς τα εμβαδά των απαλλοτριωθέντων ακινήτων (πλειοψ.). β) Ανεξαρτήτως του χαρακτήρα της πράξης της έκθεσης κτηματογράφισης ως διοικητικής πράξης ή μη και άρα της δυνατότητας της Διοίκησης να την ανακαλέσει, δεν τίθεται στην περίπτωση του ερωτήματος ζήτημα ανάκλησής της, διότι η πράξη αυτή χρησιμοποιήθηκε ως αποδεικτικό στοιχείο ή / και διαδικαστική πράξη στη δίκη της αναγνώρισης δικαιούχων και ενσωματώθηκε στην κρίση της αμετάκλητης δικαστικής απόφασης, οπότε δεν υφίσταται αυτοτελώς και δεν ανακαλείται (ομόφωνα.). γ) Η καταβολή της αποζημίωσης στους καθών η απαλλοτρίωση με βάση την αμετάκλητη δικαστική απόφαση αναγνώρισής τους ως δικαιούχων, σύμφωνα με τα εμβαδά που αναφέρονται στην απόφαση, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί «αχρεώστητη», διότι η απόφαση αναγνώρισης των δικαιούχων της αποζημίωσης συνιστά τη νόμιμη αιτία της καταβολής των αποζημιώσεων. Επομένως, δεν τίθεται ζήτημα γέννησης αξίωσης του Δημοσίου για την επιστροφή αχρεωστήτως καταβληθέντος ποσού, ούτε θέμα παραγραφής της αξίωσης (κατά πλειοψηφία.). δ) Για την εξασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, λαμβανομένου υπόψη ότι με την δημοσιευθείσα στο ΦΕΚ Δ΄1310/06-12-1994 ειδοποίηση παρακατάθεσης της αποζημίωσης στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων επήλθε η συντέλεση της απαλλοτρίωσης, κατά τις διατάξεις του άρθρου 9 του ν.δ. 797/1971, και επομένως περιήλθαν στην κυριότητα του Δημοσίου τα τμήματα των ακινήτων για τα οποία καταβλήθηκε η ορισθείσα αποζημίωση, η ερωτώσα υπηρεσία οφείλει να μεριμνήσει, κατά το λόγο της αρμοδιότητάς της, για την καταγραφή των ακινήτων στην ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου, προκειμένου να καταστεί νομικώς δυνατή η διαχείριση και προστασία της με βάση τις κοινές διατάξεις περί δημοσίων κτημάτων (ομόφωνα.).
ΝΣΚ/114/2023
Ζητήματα που γεννώνται σχετικά με τη δυνατότητα ανταλλαγής ακινήτων εντός της πόλης του Ηρακλείου Κρήτης, εκτός εγκεκριμένου σχεδίου, στα πλαίσια εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 2 του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων.(...)α) Συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την ανταλλαγή, στα πλαίσια εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 2 του Κ.Α.Α.Α., δύο τμημάτων οικοπέδου που βρίσκεται εντός της πόλης του Ηρακλείου Κρήτης, εκτός εγκεκριμένου σχεδίου, και συγκεκριμένα του τμήματος έκτασης 454 τ.μ. που ανήκει στο Δημόσιο μετά τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης και δεν χρησιμοποιήθηκε για την εκτέλεση του έργου ή για την εκπλήρωση άλλου σκοπού δημόσιας ωφέλειας, με το αντίστοιχης έκτασης τμήμα που καταλήφθηκε παράνομα για την υλοποίηση του έργου (ομόφωνα). β) Αρμόδια υπηρεσία να συναινέσει στην προτεινόμενη ανταλλαγή είναι η αρμόδια για την καταγραφή και διαχείριση των ακινήτων του Δημοσίου υπηρεσία του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών. Το Τμήμα Απαλλοτριώσεων της Διεύθυνσης (Δ25) του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών, οφείλει προηγουμένως να μεριμνήσει προκειμένου να καταγραφεί ως δημόσιο κτήμα η έκταση των 454 τ.μ. που απαλλοτριώθηκε, πλην όμως δεν χρησιμοποιήθηκε για την εκτέλεση του παραπάνω έργου, ούτε για άλλον σκοπό δημόσιας ωφέλειας. Αρμόδια υπηρεσία για τη θεώρηση του τοπογραφικού διαγράμματος που θα προσαρτηθεί στην οικεία συμβολαιογραφική πράξη της ανταλλαγής, είναι το Τμήμα Τοπογραφήσεων και Τοπογραφικών Εφαρμογών της Διεύθυνσης (Δ25) του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών (ομόφωνα). γ) Για την έκδοση της απόφασης έγκρισης της ανταλλαγής, αρμόδιος είναι ο Υπουργός Υποδομών και Μεταφορών, από κοινού με τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, η δε αρμοδιότητα της τελικής υπογραφής της ως άνω εγκριτικής απόφασης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 109 του ν. 4622/2019 (περί επιτελικού κράτους), ανήκει στους Προϊσταμένους των Γενικών Διευθύνσεων των Υπουργείων Υποδομών και Μεταφορών και Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών (ομόφωνα). δ) Κατά την υπογραφή του συμβολαίου της ανταλλαγής, το Δημόσιο εκπροσωπείται από τον Υπουργό Υποδομών και Μεταφορών, ο οποίος δύναται να εξουσιοδοτήσει εγγράφως για την υπογραφή του τον Προϊστάμενο της οικείας Κτηματικής Υπηρεσίας ή άλλης Υπηρεσίας του νομού Ηρακλείου (ομόφωνα).
ΕΣ/ΚΠΕ/ΤΜ.7/62/2018
Κατασκευή έργων και τη σύνταξη μελετών ύδρευσης και αποχέτευσης(...)Με δεδομένα όσα εκτέθηκαν πρέπει να γίνονται δεκτά τα ακόλουθα: Μολονότι η ελεγχόμενη σύμβαση επιγράφεται ως προγραμματική και παρά τα όσα αναφέρονται στο κείμενο αυτής σε σχέση με το αντικείμενό της, με τη σύναψή της δεν υλοποιείται οριζόντια συνεργασία μεταξύ του Δήμου και της Δ.Ε.Υ.Α. ....., αλλά αυτή εξαντλείται στη χρηματοδότηση από το Δήμο της εκτέλεσης των απαριθμούμενων στη σύμβαση έργων, αποτελούσα κατά τούτο μη νόμιμη επιχορήγηση της Δ.Ε.Υ.Α.Ν., δεδομένου ότι ο Κώδικας περί Δήμων και Κοινοτήτων (άρθρα 254 και 259) επιτρέπει μόνο την επιχορήγηση των κοινωφελών δημοτικών επιχειρήσεων που έχουν συσταθεί για την παροχή υπηρεσιών στους τομείς της κοινωνικής προστασίας και αλληλεγγύης, της παιδείας, του πολιτισμού, του αθλητισμού, του περιβάλλοντος, της δημοτικής συγκοινωνίας, της έρευνας και τεχνολογίας και της προώθησης της απασχόλησης (Ε.Σ. Κ.Π.Ε.Δ στο VII Τμ. 173/2016). Τα συγκεκριμένα έργα ύδρευσης και αποχέτευσης συμπεριλαμβάνονται στην περιουσία της Δ.Ε.Υ.Α.Ν., η οποία, σύμφωνα με την προαναφερθείσα απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου ..... περί σύστασης αυτής, διέπεται ως προς τη διοίκηση, οργάνωση, εκτέλεση, λειτουργία και συντήρηση των έργων αρμοδιότητάς της καθώς επίσης ως προς τις πηγές χρηματοδότησης αυτών από τις διατάξεις του ν. 1069/1980, η δε αρμοδιότητά της εκτείνεται στο σύνολο της διοικητικής περιφέρειας του Δήμου ....., ήτοι σε όλες τις δημοτικές ενότητες που τον απαρτίζουν. Τούτου παρέπεται ότι το κόστος εκτέλεσης των έργων κυριότητάς της καλύπτεται από ίδιους πόρους αυτής προερχόμενους, μεταξύ άλλων, από τέλη και δαπάνες που αυτή εισπράττει από τους κατοίκους όλων των δημοτικών ενοτήτων του Δήμου ....., επομένως μη νομίμως επιβαρύνεται με την εν λόγω δαπάνη ο Δήμος. Τούτο δε ανεξαρτήτως αν πριν από το χρόνο σύστασης της Δ.Ε.Υ.Α.Ν. (2011) οι υπηρεσίες ύδρευσης-αποχέτευσης σε ορισμένες από τις νυν δημοτικές ενότητες του Δήμου ..... παρέχονταν όχι από τη Δ.Ε.Υ.Α. Ναυπάκτου ή τη Δ.Ε.Υ.Α. Αντιρρίου, αλλά από τις αρμόδιες Διευθύνσεις των πρώην δήμων που συνενώθηκαν στον Δήμο ....., δοθέντος ότι τα επίμαχα έργα αποτελούν νέα έργα, η υλοποίηση των οποίων δρομολογείται αυτοτελώς από τη Δ.Ε.Υ.Α.Ν. και δεν άπτονται της αρμοδιότητας του Δήμου. Άλλωστε, για την εκτέλεση αυτών η Δ.Ε.Υ.Α.Ν. δύναται να λάβει επιχορήγηση από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων, η οποία προβλέπεται ρητά μεταξύ των εσόδων της, ωστόσο, δεν σχετίζεται, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει ο Δήμος, με τη Συλλογική Απόφαση Τοπικής Αυτοδιοίκησης, με την οποία κατανέμονται στους δήμους τα προερχόμενα από τους Κεντρικούς Αυτοτελείς Πόρους χρηματικά ποσά που προορίζονται για τη χρηματοδότηση των επενδυτικών δραστηριοτήτων αυτών (άρθρο 25 παρ. 1 ν. 1828/1989 - Α΄ 2, βλ. και άρθρο 259 του προαναφερθέντος ν. 3852/2010). Η ανωτέρω κρίση δεν διαφοροποιείται σε περίπτωση χρηματοδότησης από πόρους του Δήμου ..... προερχόμενους από το ειδικό τέλος που οφείλουν να καταβάλουν οι παραγωγοί ηλεκτρικής ενέργειας από Α.Π.Ε., ανεξαρτήτως του ότι σε κάθε περίπτωση ο ισχυρισμός αυτός προβάλλεται εντελώς αόριστα καις ως εκ τούτου αναπόδεικτα, καθώς οι διατάξεις του άρθρου 25 ν. 3468/2006 σχετικά με την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (Α΄129), όπως αυτό έχει τροποποιηθεί με τα άρθρα 7 ν. 3851/2010 (Α΄ 85) και 13 ν. 4414/2016 (Α΄ 149), προβλέπουν συγκεκριμένη διαδικασία για τη διάθεση των εν λόγω πόρων των δήμων, για την τήρηση της οποίας εν προκειμένω ο Δήμος ουδέν αναφέρει.
ΝΣΚ/5/2014
Αναστολή λειτουργίας Δ.Ο.Υ. και κατάργηση Αστυνομικών Σταθμών, στεγαζομένων σε δωρηθέντα προς το Δημόσιο ακίνητα.(..)Κατάσταση : Αποδεκτή
Α) Το Δημόσιο, ως δωρεοδόχο ακινήτου για στέγαση Δ.Ο.Υ. η λειτουργία της οποίας ανεστάλη με υπουργική απόφαση, δεν υποχρεούται να αποδώσει το ακίνητο αυτό στον δωρητή Δήμο, καθόσον η εν λόγω υπουργική απόφαση δεν επέχει θέση γεγονότος πλήρωσης της σχετικώς προβλεπόμενης διαλυτικής αίρεσης. Β) Επί καταργήσεως των Αστυνομικών Σταθμών που στεγάζονταν σε δωρηθέντα προς τον σκοπό αυτόν από πρώην κοινότητες ακίνητα, στην περίπτωση που αντικείμενο δωρεάς προς στέγαση τούτων ήταν οικόπεδα με κτίσματα, η κυριότητα τούτων επανέρχεται αυτοδικαίως στους σημερινούς Δήμους (στους οποίους ήδη υπάγονται οι τότε δωρήτριες κοινότητες), με διαπιστωτική πράξη του αρμοδίου Δημοτικού Συμβουλίου που θα μεταγραφεί στο οικείο υποθηκοφυλακείο, εφόσον είτε πρόκειται για δωρητήρια συμβόλαια, συνταχθέντα υπό καθεστώς του ν.δ. 2888/1954 (άρθρο 194) και των εφεξής έκτοτε διαδοχικά ως άνω ισχυσάντων νομοθετημάτων, ανεξαρτήτως καταρχάς του αν περιέχεται ή όχι σ’ αυτά ρήτρα σχετικής προς τούτο διαλυτικής αίρεσης, είτε για προγενέστερα του πιο πάνω ν.δ/τος καθεστώτος, εφόσον, όμως τούτο ρητώς προβλεπόταν στα αντίστοιχα συμβόλαια. Στις ως άνω περιπτώσεις, εφόσον τα κτίσματα αυτά είχαν ανεγερθεί με δαπάνες του Ελληνικού Δημοσίου, δεν στοιχειοθετείται αξίωση τούτου για επιστροφή του δαπανηθέντος από αυτό ποσού για την ανέγερση οικοδομήματος επί των εν λόγω ακινήτων, δεδομένου ότι από το ανωτέρω ιστορικό δεν φέρεται να έχει προκύψει ότι υπήρξε σχετική συμφωνία μεταξύ των μερών για αναδρομική ενέργεια της ανωτέρω διαλυτικής αίρεσης, όπου αυτή προβλεπόταν, κατά την προεκτεθείσα έννοια. (ομοφ.)
ΕλΣυν/Κλ.Ζ/24/2014
ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ: (...) Με βάση τα ανωτέρω η ελεγχόμενη προγραμματική σύμβαση, με την οποία επιχειρείται, κατ’ επίκληση του άρθρου 100 του ν. 3852/2010, η μεταβίβαση της αρμοδιότητας υλοποίησης κάθε έργου μελέτης ή προμήθειας προϋπολογισμού έως 40.000.000 ευρώ από την έχουσα, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη σκέψη ΙΙ Γ, τη σχετική αποκλειστική αρμοδιότητα ΔΕΥΑ ……. στο Δήμο …….., δεν είναι νόμιμη. Και αυτό γιατί, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά ανωτέρω, οι προβλεπόμενες από τη διάταξη του άρθρου 100 του ν. 3852/2010 προγραμματικές συμβάσεις έχουν σκοπό να θέσουν το γενικό πλαίσιο για την άσκηση συγκεκριμένης κάθε φορά δραστηριότητας δια μέσου των φορέων της τοπικής αυτοδιοίκησης και να διευκολύνουν τη μελέτη και εκτέλεση έργων και την παροχή υπηρεσιών με αναπτυξιακό χαρακτήρα σε τοπικό επίπεδο ώστε να παρακαμφθούν τυχόν γραφειοκρατικές αγκυλώσεις, αλληλοεπικαλύψεις αρμοδιοτήτων και άλλοι ανασταλτικοί παράγοντες που επιβραδύνουν τους ρυθμούς εκτέλεσης των έργων και δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως μέσο για την μεταβίβαση αρμοδιοτήτων από τον ένα συμβαλλόμενο φορέα στον αντισυμβαλλόμενό του, παρακάμπτοντας τις κείμενες διατάξεις και τους αυστηρούς περί αρμοδιότητας κανόνες (πρβλ. ΕΣ VI Τμ. 4918/2012). Στην προκειμένη μάλιστα περίπτωση η μεταβίβαση της αρμοδιότητας υλοποίησης αφορά μη σαφώς προσδιορισμένο αντικείμενο και γίνεται για αόριστο χρονικό διάστημα. Περαιτέρω, το ελεγχόμενο σχέδιο προγραμματικής σύμβασης δεν φέρει το προβλεπόμενο στην παρ. 2α του άρθρου 100 του ν. 3852/2010 περιεχόμενο. Ειδικότερα: α) Το αντικείμενο της σύμβασης περιγράφεται κατά τρόπο γενικό και αόριστο χωρίς να προσδιορίζονται με ακρίβεια, σαφήνεια και πληρότητα οι συγκεκριμένες μελέτες, τα έργα οι υπηρεσίες που αποτελούν αντικείμενό της. Σύμφωνα δε με το 1053/3.2.2013 έγγραφο του Δήμου ……… «… Ο συνολικός προϋπολογισμός των 40.000.000 ευρώ (που θα προέλθει κυρίως από Ευρωπαϊκά Προγράμματα, αφού τη δεδομένη χρονική στιγμή τόσο οι πόροι της ΔΕΥΑ …….., όσο και του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων είναι ελάχιστοι) τέθηκε: 1. Αφενός για να συμπεριληφθούν τα έργα ύδρευσης – αποχέτευσης και γενικότερα διαχείρισης υδατικών αποθεμάτων εκτός των ανωτέρω, όπου για τη δεδομένη χρονική στιγμή δεν υπάρχουν ενεργές προσκλήσεις χρηματοδότησης, αλλά ενδεχομένως να υπάρξουν στο εγγύς μέλλον. 2. Αφετέρου για να μπορέσει ο Δήμος ……… να ανταποκριθεί σε σύντομο χρονικό διάστημα στη σύνταξη μελλοντικών διακηρύξεων καθώς και για την αποφυγή συνεχών Προγραμματικών Συμβάσεων για κάθε ένα επιμέρους έργο». β) Ομοίως και οι συμβατικές υποχρεώσεις των μερών διατυπώνονται κατά τρόπο αόριστο και γενικόλογο, καθόσον δεν αντιστοιχούν σε σαφώς προσδιορισμένο αντικείμενο. Ιδίως αναφορικά με το έργο «Αποχέτευση και Εγκατάσταση Επεξεργασίας Λυμάτων Οικισμού ………» δεν προκύπτει σαφώς ποιες είναι οι αναλαμβανόμενες υποχρεώσεις των μερών, καθόσον, όπως αναφέρεται στο ως άνω 1053/3.2.2014 έγγραφο του Δήμου ………, για το ίδιο έργο είχε συναφθεί προγραμματική σύμβαση μεταξύ του Δήμου ……… και της ΔΕΥΑ ……..., η οποία διαλύθηκε, χωρίς όμως στο παρόν σχέδιο να γίνεται αναφορά σχετικά με τις ενέργειες που έχουν ήδη διεκπεραιωθεί από το Δήμο ……… (87/2013 και 463/2013 αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου της ΔΕΥΑ ……….. και του Δήμου ………, αντίστοιχα). γ) Εφόσον το αντικείμενο της σύμβασης παρίσταται γενικόλογο αντίστοιχη αοριστία εντοπίζεται και ως προς τον προϋπολογισμό της σύμβασης. Συγκεκριμένα, ο προϋπολογισμός της σύμβασης προσδιορίζεται συνολικά στο όριο των 40.000.000 ευρώ (συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α.), χωρίς όμως να αναλύεται περαιτέρω σε τι αντιστοιχεί ο προϋπολογισμός αυτός. Πέραν τούτου, ενόψει της αοριστίας του αντικειμένου στο σχέδιο της προγραμματικής σύμβασης δεν προσδιορίζονται ούτε οι συγκεκριμένοι πόροι από τους οποίους θα χρηματοδοτηθεί η σύμβαση ούτε προκύπτει σαφώς εάν η χρηματοδότηση της σύμβασης θα γίνει από τον κύριο του έργου ή από τον φορέα υλοποίησης. δ) Επίσης, δεν υφίσταται χρονοδιάγραμμα υλοποίησης, ενώ και η διάρκεια της σύμβασης είναι αόριστη, καθόσον η λήξη της εξαρτάται από το χρονικό σημείο κατά το οποίο η ΔΕΥΑΕ θα αποκτήσει Τεχνική και Οικονομική Υπηρεσία και Διαχειριστική Επάρκεια. Περαιτέρω, και το άρθρο 13 του σχεδίου της προγραμματικής σύμβασης, στο οποίο προβλέπεται ότι «η τροποποίηση ή η παράταση της συμβάσεως προϋποθέτει την έγγραφη συμφωνία των μερών», είναι μη νόμιμο, καθόσον δεν επιτρέπεται κατά τη σύναψη προγραμματικών συμβάσεων να τίθενται όροι περί τροποποίησης, παράτασης ή συμπλήρωσης αυτών, οι οποίοι επαφίενται στην απόλυτα ελεύθερη βούληση των συμβαλλόμενων μερών (ΕΣ VI Τμ. 28/2012). Εξάλλου, και υπό την εκδοχή ότι η ελεγχόμενη προγραμματική σύμβαση ερείδεται στο άρθρο 22 του ν. 3614/2007 είναι επίσης μη νόμιμη, καθόσον, όπως ήδη αναφέρθηκε, με την εν λόγω διάταξη επιτρέπεται η σύναψη προγραμματικών συμβάσεων με αντικείμενο τη μεταβίβαση της αρμοδιότητας υλοποίησης συγκεκριμένων πράξεων σαφώς προσδιορισμένων που πρόκειται να ενταχθούν σε επιχειρησιακά προγράμματα, από δικαιούχους για τους οποίους δεν επιβεβαιώνεται η διαχειριστική επάρκεια σε άλλο φορέα που ικανοποιεί τα κριτήρια διαχειριστικής επάρκειας, ενώ το αντικείμενο και ο προϋπολογισμός της ελεγχόμενης προγραμματικής σύμβασης είναι παντελώς αόριστος και μεταβιβάζεται από τη ΔΕΥΑΕ στο Δήμο …….. η αρμοδιότητα για την εν γένει υλοποίηση κάθε είδους μελέτης, έργου ή προμήθειας ύδρευσης ή αποχέτευσης, προϋπολογισμού έως 40.000.000 ευρώ (άρθρο 2 της προγραμματικής σύμβασης σύμφωνα με το οποίο αντικείμενο αυτής είναι «η πλήρης διαχείριση σε όλες τις φάσεις του για κάθε είδους μελέτη, έργο, προμήθεια, ύδρευσης ή αποχέτευσης προϋπολογισμού έως 40.000.000 ευρώ (πηγή χρηματοδότησης συγχρηματοδοτούμενα ή μη)»). Τέλος, και υπό την εκδοχή ότι η ελεγχόμενη προγραμματική σύμβαση ερείδεται στο άρθρο 3 του ν. 3316/2005, είναι και πάλι μη νόμιμη, καθόσον, ενόψει της αοριστίας του αντικειμένου της, δεν φέρει το περιεχόμενο που ορίζεται στην παρ. 2 του άρθρου 3 του προαναφερόμενου νόμου.
ΕλΣυν/Κλ.7/143/2015
Προγραμματικές συμβάσεις.(...) Από τις ως άνω διατάξεις (3852/2010,άρθρο 100) συνάγεται, μεταξύ άλλων, ότι οι προγραμματικές συμβάσεις είναι διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες που θέτουν το γενικό πλαίσιο για την οργάνωση και διαχείριση δημοσίων υπηρεσιών και την άσκηση συγκεκριμένης κάθε φορά δραστηριότητας, παρέχοντας τη δυνατότητα στους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης να συμβάλλονται με άλλα δημόσια νομικά πρόσωπα και επιχειρήσεις Ο.Τ.Α., συνδυάζοντας ή αλληλοσυμπληρώνοντας τις αρμοδιότητες ή τα οικονομικοτεχνικά μέσα που διαθέτουν με εκείνα του αντισυμβαλλόμενου φορέα, προκειμένου να επιτευχθεί η εκπόνηση μελετών, η κατασκευή έργων ή η παροχή υπηρεσιών που εντάσσονται στο πλέγμα των αρμοδιοτήτων και των καταστατικών τους σκοπών (Πράξεις Κλιμ. Προλ.Ελ.Δαπανών στο VII Τμήμα 327/2014, 324/2014, 267/2014, 55/2014, Αποφάσεις VI Τμήματος 2967/2014, 3236/2013, 390/2013, Πράξη Ζ΄ Κλιμακίου 207/2013). Απαραίτητη προϋπόθεση για τη νόμιμη σύναψη προγραμματικής σύμβασης είναι ότι ο σκοπός τον οποίο αυτή καλείται να εκπληρώσει δεν μπορεί να επιτευχθεί με άλλο νόμιμο τρόπο και ότι αποτελεί το ultimum refugium και δεν λειτουργεί ως ισοδύναμη ή εναλλακτική με την ειδικώς προβλεπόμενη από την κείμενη νομοθεσία διαδικασία επίλυσης του ανακύπτοντος ζητήματος, ούτε χρησιμοποιείται καταχρηστικά για την παράκαμψη των διατάξεων που θέτουν συγκεκριμένους περιορισμούς στη δράση των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης ή απαιτούν την τήρηση συγκεκριμένων όρων και προϋποθέσεων για την άσκησή της (αποφάσεις VI Τμήματος 3067/2014, 2967/2014, 2308/2014, 4143/2013, 26/2013, 1380/2012, 289/2012, 28/2012, Πράξη Ζ΄ Κλιμακίου 65/2014).(....) Η μελέτη και η εκτέλεση έργων, η κατάρτιση προγραμμάτων ανάπτυξης μιας περιοχής και η παροχή υπηρεσιών συντελείται, με γνώμονα τη μείωση του κόστους, με την αξιοποίηση του κατάλληλου προσωπικού των συμβαλλομένων φορέων (με τη «μεταφορά» προσώπων από τον ένα συμβαλλόμενο στον άλλο) και των αντιστοίχων μέσων που αυτοί διαθέτουν (με την παραχώρηση της χρήσης ακινήτων, εγκαταστάσεων, μηχανημάτων κ.λπ.) Τούτο, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, ότι κάθε συμμετέχων φορέας, έχει κατά την υπογραφή της σύμβασης, τα μέσα και εν γένει τη δυνατότητα να ανταποκριθεί αυτοδύναμα στην εκτέλεση των υποχρεώσεων που αναλαμβάνει με την προγραμματική σύμβαση (πρβλ. Πρακτικά της 32ας Γεν. Συν. της Ολομ. του Ελ.Συν. της 10ης Δεκεμβρίου 2004 και Γνμδ. Ν.Σ.Κ. 19/2006).
(...)Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στη μείζονα σκέψη της παρούσας Πράξεως, το Κλιμάκιο άγεται στην κρίση ότι Η ελεγχόμενη συμφωνία δεν φέρει τα χαρακτηριστικά της προγραμματικής συμφωνίας του άρθρου 100 του Ν. 3852/2010 διότι: α) τα συμβαλλόμενα μέρη δεν συμπράττουν ισόρροπα, εκκινώντας από κοινή αφετηρία, με σκοπό την εκτέλεση κοινά εξυπηρετούμενου δημόσιου σκοπού, αλλά επιδιώκουν την ικανοποίηση όλως διακριτών και αντίθετων συμφερόντων.και συμπράττουν ως αναθέτουσες αρχές αποσκοπώντας στην εκτέλεση των υπηρεσιών β) η αναπτυξιακή εταιρεία δεν είχε, κατά την υπογραφή της σύμβασης, τη δυνατότητα δι’ ιδίων μέσων (προσωπικού και υλικοτεχνικής υποδομής) ή δι’ αυτών που θα μπορούσαν να της παρέχουν τα λοιπά συμβαλλόμενα μέρη, αυτοτελούς εκτέλεσης των υποχρεώσεών της γ) η μονομερής περιουσιακή μετακίνηση από την Περιφέρεια και τους Δήμους στην αναπτυξιακή εταιρεία δεν περιορίζεται στην κάλυψη λειτουργικών εξόδων, αλλά φέρει το χαρακτήρα αμοιβής, δηλαδή οικονομικού ανταλλάγματοςΚατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον η σύναψη της από 23.5.2013 σύμβασης δεν είναι νόμιμη, διότι δεν συνιστά προγραμματική σύμβαση του άρθρου 100 του Ν. 3852/2010, αλλά υποκρύπτει μη νόμιμη απευθείας ανάθεση του αντικειμένου της στην ανώνυμη εταιρεία
ΕλΣυν/Τμ.6/2159/2011
Από τις ως άνω διατάξεις (π.δ.59/2007) συνάγεται ότι όταν ένα έργο, η ύπαρξη του οποίου εκτιμάται με βάση την οικονομική και τεχνική λειτουργία του αποτελέσματος των οικείων εργασιών, μπορεί να διαιρεθεί σε περισσότερα τμήματα και το άθροισμα της προϋπολογισθείσας αξίας των επιμέρους τμημάτων εγγίζει ή υπερβαίνει το όριο των 4.845.000 ευρώ που είναι το κατώτατο, ισχύον όριο εφαρμογής του π.δ/τος 59/2007, οι διατάξεις αυτού εφαρμόζονται σε όλα τα τμήματα (υποέργα). Προκειμένου δε, να διαπιστωθεί εάν ένα ή περισσότερα υποέργα συνέχονται σε ένα ενιαίο, ολοκληρωμένο από κάθε άποψη και έτοιμο να χρησιμοποιηθεί για το σκοπό που είχε προβλεφθεί από την αναθέτουσα αρχή έργο, εφαρμόζονται λειτουργικά κριτήρια και δη: η χωροθέτηση του έργου, η ενότητα του γεωγραφικού πλαισίου, το είδος των απαιτουμένων για την κατασκευή καθενός από τα υποέργα αυτά εργασιών, η ταυτόχρονη ανάθεση της κατασκευής των μερικότερων έργων, η ταυτόχρονη έναρξη της διαδικασίας των περισσοτέρων συμβάσεων, η ομοιότητα των μελετών και η χρονική διάρκεια της κατασκευής τους. Η διαπίστωση της τεχνητής, μη επιτρεπτής κατάτμησης ενός ενιαίου έργου σε τμήματα, παρά τη συνδρομή των ως άνω κριτηρίων, παραβιάζει τους κανόνες του κοινοτικού δικαίου, που επιβάλλουν τη διενέργεια διαγωνισμού για την ανάθεση αυτού και τη δημοσίευση της οικείας προκήρυξης στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Ακολούθως, η μη εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου ως προς το σύνολο των υποέργων του ενιαίου έργου, ιδίως με την αποστολή της προκήρυξης αυτών προς δημοσίευση, συνιστά πλημμέλεια, η οποία καθιστά μη νόμιμη την περαιτέρω διαδικασία του διαγωνισμού, διότι η παράλειψη των διατυπώσεων δημοσιότητας οδηγεί σε αποκλεισμό των δραστηριοποιουμένων στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εργοληπτικών επιχειρήσεων και ως εκ τούτου πλήττονται οι αρχές του ελεύθερου ανταγωνισμού, της πρόσβασης στις διαδικασίες ανάθεσης δημόσιων συμβάσεων και της διαφάνειας (βλ. Απόφαση ΔΕΚ της 5.10.2000 στη C-16/1998, Επιτροπή κατά Γαλλίας, σελ. Ι-8315, Αποφάσεις VI Τμήματος 2507, 3741, 3740/2009, 264/2011, Πράξεις VI Τμήματος 49/2006, 33/2006, Πράξεις Ε΄ Κλιμακίου 565/2009, 562/2009, 555/2009, 148/2006, 42/2004, 41/2004, 4/2004, 365/2003, 363/2003, 359/2003). (...)Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά ανωτέρω τόσο το ελεγχόμενο έργο όσο και οι λοιπές σχετιζόμενες με αυτό εργολαβίες, αποτελούν τμήματα ενός ενιαίου έργου, καθόσον όλα εκτελούνται στην ίδια γεωγραφική ενότητα (τομέας Ηρακλείου), χωρίς να ασκεί ουσιώδη επιρροή το γεγονός, ότι ο ανωτέρω τομέας περιλαμβάνει περισσότερους δήμους, και αποσκοπούν στη συντήρηση και επέκταση του δικτύου ύδρευσης της ΕΥΔΑΠ Α.Ε., δηλαδή κατατείνουν στην ίδια οικονομική και τεχνική λειτουργία. Περαιτέρω, οι εργασίες που απαιτούνται για την εκτέλεσή τους (εργασίες επαναφοράς ασφαλτικού οδοστρώματος, αντικατάστασης, επισκευής, τοποθέτησης φρεατίου παροχής, σύνδεσης παροχής με την εσωτερική εγκατάσταση του υδρευόμενου, εξυγίανσης υφιστάμενων παροχών, εκσκαφής τάφρων, τοποθέτησης αγωγών διανομής ύδατος, αποκατάστασης διαρροών κ.λπ.) είναι παρόμοιες, οι δε μεταξύ τους διαφοροποιήσεις του τεχνικού τους αντικειμένου είναι επουσιώδεις και δεν αναιρούν τον «ενιαίο» χαρακτήρα του έργου, συγχρόνως δε, η έγκριση δημοπράτησης και των πέντε επίμαχων εργολαβιών έγινε εντός του ιδίου έτους 2010. Εξάλλου, το γεγονός ότι για κάποιες από τις επίμαχες εργασίες καταβάλλεται οικονομικό αντάλλαγμα από τους καταναλωτές δεν ασκεί επιρροή εν προκειμένω, καθόσον όλα τα προαναφερόμενα έργα κατατείνουν στην συντήρηση και επέκταση του δικτύου ύδρευσης της Ε.Υ.Δ.Α.Π. Α.Ε.. Κατά συνέπεια και οι πέντε εργολαβίες αποτελούν ένα «ενιαίο» έργο, η τεχνητή κατάτμηση του οποίου είναι ανεπίτρεπτη καθόσον για τις επιμέρους συμβάσεις δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, ιδίως δε η αποστολή της προκήρυξης του ελεγχόμενου έργου στην Υπηρεσία Επισήμων Εκδόσεων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, απορριπτομένου περαιτέρω, ως αβάσιμου του ισχυρισμού περί συνδρομής λόγων υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος, οι οποίοι δικαιολογούν τη σύναψη της ελεγχόμενης σύμβασης, καθόσον το δημόσιο συμφέρον εξυπηρετείται προεχόντως με την τήρηση της νομιμότητας στις διαδικασίες ανάθεσης εκτέλεσης έργων και όχι, όπως στη προκειμένη περίπτωση, με την παραβίαση αυτής (βλ. Απόφ.1251, 1640/2011VI Τμ.).
ΕλΣυν/Τμ.6/2159/2011
«Επαναφορές οδοστρωμάτων και πεζοδρομίων σε εργασίες που έχουν εκτελεσθεί από συνεργεία της Ε.Υ.Δ.Α.Π. Α.Ε., αντικαταστάσεις – επισκευές φρεατίων παροχών κ.ά., σε περιοχές ευθύνης τομέα Ηρακλείου, Εργολαβία Ε- 841», (...)Από τις ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι όταν ένα έργο, η ύπαρξη του οποίου εκτιμάται με βάση την οικονομική και τεχνική λειτουργία του αποτελέσματος των οικείων εργασιών, μπορεί να διαιρεθεί σε περισσότερα τμήματα και το άθροισμα της προϋπολογισθείσας αξίας των επιμέρους τμημάτων εγγίζει ή υπερβαίνει το όριο των 4.845.000 ευρώ που είναι το κατώτατο, ισχύον όριο εφαρμογής του π.δ/τος 59/2007, οι διατάξεις αυτού εφαρμόζονται σε όλα τα τμήματα (υποέργα). Προκειμένου δε, να διαπιστωθεί εάν ένα ή περισσότερα υποέργα συνέχονται σε ένα ενιαίο, ολοκληρωμένο από κάθε άποψη και έτοιμο να χρησιμοποιηθεί για το σκοπό που είχε προβλεφθεί από την αναθέτουσα αρχή έργο, εφαρμόζονται λειτουργικά κριτήρια και δη: η χωροθέτηση του έργου, η ενότητα του γεωγραφικού πλαισίου, το είδος των απαιτουμένων για την κατασκευή καθενός από τα υποέργα αυτά εργασιών, η ταυτόχρονη ανάθεση της κατασκευής των μερικότερων έργων, η ταυτόχρονη έναρξη της διαδικασίας των περισσοτέρων συμβάσεων, η ομοιότητα των μελετών και η χρονική διάρκεια της κατασκευής τους. Η διαπίστωση της τεχνητής, μη επιτρεπτής κατάτμησης ενός ενιαίου έργου σε τμήματα, παρά τη συνδρομή των ως άνω κριτηρίων, παραβιάζει τους κανόνες του κοινοτικού δικαίου, που επιβάλλουν τη διενέργεια διαγωνισμού για την ανάθεση αυτού και τη δημοσίευση της οικείας προκήρυξης στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Ακολούθως, η μη εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου ως προς το σύνολο των υποέργων του ενιαίου έργου, ιδίως με την αποστολή της προκήρυξης αυτών προς δημοσίευση, συνιστά πλημμέλεια, η οποία καθιστά μη νόμιμη την περαιτέρω διαδικασία του διαγωνισμού, διότι η παράλειψη των διατυπώσεων δημοσιότητας οδηγεί σε αποκλεισμό των δραστηριοποιουμένων στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εργοληπτικών επιχειρήσεων και ως εκ τούτου πλήττονται οι αρχές του ελεύθερου ανταγωνισμού, της πρόσβασης στις διαδικασίες ανάθεσης δημόσιων συμβάσεων και της διαφάνειας (βλ. Απόφαση ΔΕΚ της 5.10.2000 στη C-16/1998, Επιτροπή κατά Γαλλίας, σελ. Ι-8315, Αποφάσεις VI Τμήματος 2507, 3741, 3740/2009, 264/2011, Πράξεις VI Τμήματος 49/2006, 33/2006, Πράξεις Ε΄ Κλιμακίου 565/2009, 562/2009, 555/2009, 148/2006, 42/2004, 41/2004, 4/2004, 365/2003, 363/2003, 359/2003). (...)Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά ανωτέρω τόσο το ελεγχόμενο έργο όσο και οι λοιπές σχετιζόμενες με αυτό εργολαβίες, αποτελούν τμήματα ενός ενιαίου έργου, καθόσον όλα εκτελούνται στην ίδια γεωγραφική ενότητα (τομέας Ηρακλείου), χωρίς να ασκεί ουσιώδη επιρροή το γεγονός, ότι ο ανωτέρω τομέας περιλαμβάνει περισσότερους δήμους, και αποσκοπούν στη συντήρηση και επέκταση του δικτύου ύδρευσης της ΕΥΔΑΠ Α.Ε., δηλαδή κατατείνουν στην ίδια οικονομική και τεχνική λειτουργία. Περαιτέρω, οι εργασίες που απαιτούνται για την εκτέλεσή τους (εργασίες επαναφοράς ασφαλτικού οδοστρώματος, αντικατάστασης, επισκευής, τοποθέτησης φρεατίου παροχής, σύνδεσης παροχής με την εσωτερική εγκατάσταση του υδρευόμενου, εξυγίανσης υφιστάμενων παροχών, εκσκαφής τάφρων, τοποθέτησης αγωγών διανομής ύδατος, αποκατάστασης διαρροών κ.λπ.) είναι παρόμοιες, οι δε μεταξύ τους διαφοροποιήσεις του τεχνικού τους αντικειμένου είναι επουσιώδεις και δεν αναιρούν τον «ενιαίο» χαρακτήρα του έργου, συγχρόνως δε, η έγκριση δημοπράτησης και των πέντε επίμαχων εργολαβιών έγινε εντός του ιδίου έτους 2010. Εξάλλου, το γεγονός ότι για κάποιες από τις επίμαχες εργασίες καταβάλλεται οικονομικό αντάλλαγμα από τους καταναλωτές δεν ασκεί επιρροή εν προκειμένω, καθόσον όλα τα προαναφερόμενα έργα κατατείνουν στην συντήρηση και επέκταση του δικτύου ύδρευσης της Ε.Υ.Δ.Α.Π. Α.Ε.. Κατά συνέπεια και οι πέντε εργολαβίες αποτελούν ένα «ενιαίο» έργο, η τεχνητή κατάτμηση του οποίου είναι ανεπίτρεπτη καθόσον για τις επιμέρους συμβάσεις δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, ιδίως δε η αποστολή της προκήρυξης του ελεγχόμενου έργου στην Υπηρεσία Επισήμων Εκδόσεων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, απορριπτομένου περαιτέρω, ως αβάσιμου του ισχυρισμού περί συνδρομής λόγων υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος, οι οποίοι δικαιολογούν τη σύναψη της ελεγχόμενης σύμβασης, καθόσον το δημόσιο συμφέρον εξυπηρετείται προεχόντως με την τήρηση της νομιμότητας στις διαδικασίες ανάθεσης εκτέλεσης έργων και όχι, όπως στη προκειμένη περίπτωση, με την παραβίαση αυτής (βλ. Απόφ.1251, 1640/2011VI Τμ.).